Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Απάντηση σε "στάσιμους" καλοκαιρινούς χορούς και φωτεινούς σηματοδότες

Συχνά στα ποιήματά μου μπερδεύεται το "εγώ" με το "εσύ". Στον προσεκτικό αναγνώστη αυτό φαίνεται καθαρά. Στα ποιήματά μου το "εγώ" και το "εσύ" είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτό είναι στοιχείο αυτιστικό. Μου το είπε ένας ψυχίατρος... αυτός το παρατήρησε, εγώ δεν το ήξερα.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Οδός Πανός τχ. 90/91/92
Κοιτάζοντας ένα ερωτευμένο σιντριβάνι

Μια νύχτα θα ταξιδέψω για πάντα. Θ΄αγκαλιάσω με τα χέρια την πόλη και θα πνιγώ στη δίνη των χρωματιστών νερών

Θα 'ναι μια νάρκωση ή ο θάνατος, δεν ξέρω να πω. Μέσα στα δάκρυα δε θα καταλαβαίνω πια γιατί το θέλησα ούτε πού αστόχησα. Οι αποσκευές μου θα παρασύρουν το σώμα μέχρι τη θάλασσα, ως τους υφάλους, έξω απ' τον παλιό σταθμό. Άμμος και ξερολίθια

Σφυρίγματα των τραίνων κι ο κάμπος ολόγυρα και δε θα μπορέσω να καταλάβω γιατί ήσουν και καταδότης και συνεργός

Μες στη νεροσυρμή δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μια νύχτα θ' αγαπηθούμε για πάντα. Καθώς θάλασσα και ουρανός

Νοσοκομείο εκστρατείας (1972)

Οι ποιητές δεν θέλουν χώρο. Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν. Σπάνια ξεκουράζονται ακουμπώντας στη γη. Οι ποιητές παντού είναι ανεπιθύμητοι γιατί είναι ριζοσπάστες, αρνητές, υπενθυμίζουν την πλήξη που φέρουν όλοι όσοι έχουν αφεθεί στην καθημερινότητα.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Οδός Πανός τχ. 90/91/92

ΝΙΚΟΣ - ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ (1931-1996). Ο Νίκος Ασλάνογλου (το ψευδώνυμο Αλέξης διάλεξε στα εφηβικά του χρόνια από τον ομώνυμο ήρωα του Ντοστογιέφσκι στο έργο του "Ταπεινοί και Καταφρονεμένοι) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τέλειωσε το πειραματικό σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1949), όπου στη συνέχεια σπούδασε γαλλική φιλολογία. Γύρω στο 1950 (μετά το θάνατο του πατέρα του) ανέλαβε συνδιευθυντής (μαζί με το γαμπρό του Βασίλη Φράγκο) στην εριουργία Μάκερ, που χρεοκόπησε λίγο αργότερα. Στη συνέχεια έφυγε στη Γαλλία και την Αίγυπτο και συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Καΐρου και Αιξ - αν Προβάνς. Εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ως καθηγητής σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών, ως επιστημονικός συνεργάτης στην Αρχιτεκτονική Σχολή Θεσσαλονίκης και μετά το 1980, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ως επιμελητής και λογοτεχνικός σύμβουλος στον εκδοτικό οίκο Ευσταθιάδη. Το 1951 ίδρυσε από κοινού με τον Κ.Κατσανό το περιοδικό "Σκέψη", που κυκλοφόρησε ένα μόνο τεύχος, στο οποίο ο Ασλάνογλου δημοσίευσε το πρώτο του δοκίμιο, με τίτλο Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Γιώργου Θέμελη. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1952 με την πολυγραφημένη έκδοση του έμμετρου θεατρικού μονοπράκτου έργου Θάλασσα και συγχρονισμός, απόσπασμα του οποίου δημοσίευσε το 1953 στις σελίδες του φοιτητικού περιοδικού "Πυρσός". Στο ίδιο περιοδικό υπήρξε επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής (1953-1955) και δημοσίευσε οχτώ ακόμη ποιήματα. Βασικό στέλεχος του περιοδικού του Ντίνου Χριστιανόπουλου "Διαγώνιος" (1958-1962), συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά "Διάλογος", "Καινούρια Εποχή", "Ευθύνη", "Ausblicke" και τις εφημερίδες "Δράσις" και "Ναυτεμπορική". Πέθανε στην Αθήνα. Η ποίηση του Ασλάνογλου δέχτηκε επιδράσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα του νεοσυμβολισμού και του υπαρξισμού, ενώ καθοριστικό ρόλο στη γραφή του έχουν η ανάμνηση εμπειριών και βιωμάτων, η θεματική της μετεμφυλιακής ελληνικής πραγματικότητας και επιρροές από την ποίηση του Σεφέρη, του Καρυωτάκη, του Άγρα. Από τη μεταφραστική λογοτεχνική του δραστηριότητα σημειώνουμε τις Εκλάμψεις του Ρεμπώ. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου βλ. Ζήρας Αλεξ., "Ασλάνογλου Νίκος - Αλέξης", "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2". Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 Φαρμάκης Φραγκ., "Ασλάνογλου Νίκος - Αλέξης", "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 2". Αθήνα, Χάρη Πάτση, [1968] και χ.σ., "Σύντομη βιογραφία", Διαβάζω 367, 10/1996, σ.22.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Χαίρεται το ερίφιο, που πηδά χαρμόσυνα... (Αλ. Παπαδιαμάντης)

rare_sheep_breeds.jpg (720×522)
Είναι διαπιστωμένο ότι ο ντόπιος χαυνοπολίτης, οσάκις προκηρύσσονται «εκλογές», νιώθει πρωτάρης και κολακευμένος ερασιτέχνης. Επιτέλους του δίνουν τον λόγο η τηλεοπτική αριστοκρατία των αυτοσχέδιων εθνοπατέρων αίφνης στρέφεται προς τα κάτω διαζώματα και αρχίζει ο πρόστυχος εκβιασμός και το παραδοσιακό χαϊδολόγημα. Το απογοητευτικό είναι ότι, εφόσον η μαρτυρημένη κοινωνική δυσαρέσκεια σηκώνει μεγάλα κύματα, αντί να ενταθεί μέχρι σημείου αποχής ή καταγγελίας, πλαγίως καταπραΰνεται, αλλάζει ταχύτητες κι από μέρα σε μέρα επιστρέφει επί τα αυτά. Τρεις Ρωμιοί, πέντε γνώμες, έλεγαν παλιά. Έστω κι αυτή η στάση θα ήταν κάποια διέξοδος. Ωστόσο, με τα δραστικά ρητορικά μέσα της τηλεόρασης και την ανυποχώρητη δημοκοπία, το λαϊκό φρόνημα αλλάζει πλευρό, η οργή μεταλλάσσεται σε παραταξιακή στοργή και, διά του μιμητισμού, βρίσκει καταφύγιο στην «τελευταία φορά!», με αποτέλεσμα το επίσημο μασκαραλίκι της μαζικής δημοκρατίας να παραμένει ακλόνητο.
Μια αδόμητη χώρα, με τον χειρότερο κρατικό μηχανισμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και χωρίς καμιά προοπτική εξόδου (όχι από την κρίση, όπως διαλαλούν οι φασιανοί της κυβέρνησης, αλλά από τη μαύρη διαχείριση), τι μπορεί να περιμένει από μια νεοεκλεγμένη κυβέρνηση; Η απορία είναι σοβαρή, διότι με υποβολέα και συμβουλάτορα το άμεσο και το απώτερο παρελθόν, το μόνο διασφαλισμένο παραμένει η αποσάρθρωση της χώρας, όπου το τελικό «χελπ» προς τους εταίρους θα δηλώνει πλήρη παραίτηση. Το κοινωνικό σώμα, βέβαια, δεν γνωρίζει τα παρασκήνια όπου επικρατεί το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», δεν έχει εποπτεία των πραγμάτων, ώστε να κατανοήσει (μέχρι απελπισίας) ότι η φαυλότητα με το επίχρισμα τού μετασχηματισμού έχει υπερβεί πλέον τα όρια της οιασδήποτε μεταστροφής. Ουσιαστικά, δηλαδή, καλούνται να αποφασίσουν για τα κοινά πολίτες ετεροχρονισμένοι με μπαγιατεμένα πάθη στην καρδιά τους, με πελατειακές νοοτροπίες και σωματειακές συνθηματολογίες, με στενοκεφαλιές σχεδόν μετα-εμφυλιακές. Μην ξεχνάμε και τη νοοτροπία του «έτσι παίζει ο ζουρνάς… τι να κάνουμε;».
Επ’ αυτού του «μουσικού» θέματος η επαγγελματική διαβουκόληση έχει πολλά να προσφέρει. Οι συγκινήσεις παίζουν μέγα ρόλο στην πολιτική. Δυσαρέσκειες χρόνων μπορεί να τις αναχαιτίσει μια και μόνη φαιδρή παράσταση στο μπαλκόνι - αρκεί ο πολιτικάντης να διαθέτει το τάλαντο και να έχει δώσει όρκο πίστης στη φαυλότητα. Οι ακροατές, όπως ξέρουμε, άσχετα με την πραγματική τους ηλικία, είναι παιδικώς πως ευεπίφοροι στις επαγγελίες, στις ψευτοδραματικές αυτοκριτικές, στο δράμα του ηγέτη που (δες τον!) «πέφτει στα πόδια μας και ομολογεί». Ποιος θα αφήσει τον «πατέρα» να ταπεινώνεται; Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι μερικών λεπτών μασκαραλίκι έχει ως αντίδωρο τεσσάρων χρόνων εξουσία και αυθαιρεσία• ότι κάθε δέλεαρ είναι και δόλωμα για να πιαστεί το λαϊκό ψάρι - όπως και πριν, όπως και πάντα.

Κωστής Παπαγιώργης
Lifo, τχ. 171, 17-9-2009

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Το τραγούδι της νύχτας


Εκεί σκορπισμέμη στον ύπνο μουσκεύει η ψυχή
θλιμμένη αγαπιέμαι από σκεύη κουζίνας και πράματα
και κάπου στο βάθος της νύχτας αστράφτεις εσύ
σε εικόνες γεμάτες περάσματα.

Αίμα στο σώμα μου και τ' όνειρο άσπρο
μικρές αγγελίες στον τοίχο διαβάζεις
μού μοιάζεις με όστρακο κι απόρθητο κάστρο
Αίμα στα πόδια μου και τ' όνειρο άσπρο
γυμνή-ξαπλωμένη να τρέχω διατάζεις
φαντάζεις απόμακρος και σβήνεις σαν άστρο
αίμα στο βλέμμα μου και τ' όνειρο άσπρο
στο χρώμα μπερδεύτηκα - δεν βλέπω - μ' αρπάζεις
φωνάζω σαν νήπιο μια λέξη σαν ''άσ' το''.

Εκεί διάλυμένη στον ύπνο, βαμμένη χρυσή
με γέλια φλερτάρω ένα σκεύος κουζίνας χαράματα
και μ' ένα μπουκάλι υγρό γεννημένο εσύ
γυμνή με δικάζεις να βάλω τα κλάματα

'' Να 'μαι'' φωνάζω μπροστά στον καθρέφτη
''γυναίκα από πέτρα μα ψυχή βιασμένη''
κοιτάζω τη φάτσα μου να βλέπει τον κλέφτη
'να 'μαι'' ψελλίζω κοντά στον καθρέφτη
διακρίνω τη χλόη μου με στάχτη βαμμένη
και κει μπρος στα πόδια μου το σώμα μου πέφτει
''και να 'μαι'' υστερίζω σιμά στον καθρέφτη
τον χτυπώ με γροθιά και με βλέπω σπασμένη.

Ξυπνώ μουσκεμένη κοντά σ' ένα κάλπικο ψεύτη.

Ξυπνώ μουσκεμένη...
Στίχοι: Μιχάλης Μαρματάκης
Μουσική: Τερμίτες
Πρώτη εκτέλεση: Φλέρη Νταντωνάκη
από τον δίσκο Τσιμεντένια Τραίνα, 1986

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Στο γιουσουρούμ


Ήταν οι πόρτες μου δίχως μπαχτσέδες
και μεντεσέδες κρατάνε τη γη
γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες
και στον κουβά τους αράζεις εσύ
αλλάζεις συχνά κάθε τόσο στολή
αλλάζεις οσμή, αλλάζεις σασί
και η ελπίδα μας έχει θαφτεί
σαν τον Ντορή μέσ' στο παχνί.

Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα
μ' ένα τικ τακ μου ματώνει τ' αυτιά
όλα με πρόγραμμα όλα με σχέδιο
πρωτοκολλήσανε τον έρωτα
και θες να πετύχω με μια μπαταριά
χίλια φλουριά, χίλια φλουριά
για να σου χαρίσω μαντάτα καλά
να 'χεις αγάπη μου λεφτά.

Ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους
και μουρουνόλαδο για τα παιδιά
κι έπλεξες σώβρακα για τους φαντάρους
και θυσιάστηκες πατριωτικά
σου στέλνω μύνημα μ' ένα ταμ ταμ
να μαγειρεύεις με βιτάμ
κι ήσουνα γόησα κι έκανες μπαμ
κι εγώ σε ψάχνω στο χαμάμ.

Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας
στα ενυδρεία σε χώσαν ζωή
συνηθισμένοι ο καθένας στο ρόλο του
κι η φαντασία μας έχει χαθεί
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

Μία διαδήλωση δέκα μικρόφωνα
και τα μεγάφωνα στη διαπασών
χιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνα
κι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόν
ξεπουληθήκαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
κι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμ
ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ.

Ω εποχή μού θυμίζεις τον Καίσαρα
κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν
κι όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα
τα τροχοφόρα με προσπερνούν
φεύγω να πάω να βρω στο Μπανκόγκ
τον σύντροφό μου τον Κινκ-Κονκ
μές στο μυαλό μου βαράνε τα γκόγκ
μοιάζω με μπάλα του πινκ-πογκ

Μας εκτελούνε με σφαίρες ντούμ-ντούμ
σφαίρες ντούμ-ντούμ, σφαίρες ντούμ-ντούμ
κι εμείς ξεπουλιώμαστε στο γιουσουρούμ
ταρατατατζούμ για ένα κουστούμ.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Δρόμοι που περπάτησες




Εχθροί και φίλοι οι δρόμοι που περπάτησες,
τους μετράς, με το δάχτυλό σου
να δείχνει την καρδιά σου.

Μητροπόλεως, Βενιζέλου, Εγνατία
ανοίγουν κάθε νύχτα τις μαύρες ραφές τους,
καταπίνουν κάθε παράταιρη μορφή
που δε χώρεσε σε καμιά πόλη,
που δε βολεύτηκε σε κανένα κορμί
και δεν έγινε αίμα να κυλήσει στις φλέβες μας.

Κανένας τοίχος δε φωνάζει ονόματα,
μέσα από ψιλές ματωμένες τρύπες
που αχνίζουν,
καμιά σελίδα με ποιήματα δε φτερουγίζει,
κανένα ποίημα πια δεν υπογράφεται με αίμα.

Κάθε νύχτα, σ' αυτούς τους δρόμους,
φέρνω κρυφά κι από ένα στίχο
και του δείχνω τα σημάδια.
Απλώνω στο οδόστρωμα
κι ένα νήμα της σιωπής μου
να το βάψω με σκοτάδι,
πένθος στο μπράτσο να το ράψω
για τους πολέμους που δεν τέλειωσαν ακόμη.
Θοδωρής Βοριάς
Νυχτερινές επιπλοκές
Ερωδιός, 2008

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

στη σάρκινη ερημιά



Η αλήθεια είναι πως προσπαθήσαμε πολύ.
Γνωρίζαμε στο βάθος ότι η μνήμη άπιστη είναι
κι αν δεν συλλέγεις αποδείξεις, σε λίγα χρόνια σ' απατά.

Στοιβάξαμε κι εμείς τις μαδημένες μαργαρίτες
- είχαν ανακριθεί σκληρά
μέχρι να ομολογήσουν την τρισύλλαβη αυταπάτη -
κάπου ψηλά κρεμάσαμε και τ' άχρηστο κομποσκοίνι
- οι απελπισμένοι έρωτες το' χαν να ζουν ασκητικά -
σπάσαμε και το μελανοδοχείο του χειμώνα
μήπως γεμίσει η κάμαρη ξανά με χελιδόνια.

Τίποτα δεν ωφέλησε.

Ό,τι προφέραμε μαραίνονταν αμίλητο
λες κι η μικρόψυχη ζωή προβάριζε το θάνατο
πριν τη συνθλίψει η χρόνος.
Τιμωρημένοι ισόβια στη σάρκινη ερημιά μας
μας έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά
μας μάθαιναν ν' ανθίζουμε ως το τίποτα
κι ανθεκτικοί στην ενοχή
τα «πάντα» ν' ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί.

Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου
Ν' ανθίζουμε ως το τίποτα
Καστανιώτη, 2004

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Τάρτα ντομάτας



Υλικά

1 φύλλο ζύμης για τάρτα

Ελάχιστο βιτάμ

Μουστάρδα Dijon

Τυρί σε φέτες (μοτσαρέλλα ή φέτα)

Ντομάτες σε φέτες

1 σκελίδα σκόρδο

Ρίγανη

Φρεσκοτριμμένο πιπέρι

Εκτέλεση

Αλείφουμε με το βιτάμ το ταψάκι της τάρτας και βάζουμε προσεκτικά το φύλλο
Το στρώνουμε καλά και με ένα πιρούνι κάνουμε πολλές τρυπούλες στη βάση της.

Στρώνουμε στην επιφάνεια της ζύμης ένα στρογγυλό κομμάτι λαδόκολλας, σκορπίζουμε μια χούφτα φασόλια ή ρεβίθια και την ψήνουμε για 10 λεπτά.

Πετάμε τη λαδόκολλα και τα όσπρια, αλείφουμε την τάρτα με τη μουστάρδα και τοποθετούμε με τη σειρά τα υλικά σε στρώσεις, τυρί, ντομάτα. Πασπαλίζουμε με το σκόρδο, τη ρίγανη και το πιπέρι.

Ψήνουμε την τάρτα στους 200 βαθμούς για μία ώρα περίπου.

Η μουστάρδα παράγεται από τους σπόρους σιναπιού, οι οποίοι, όταν κοπανιστούν, μετατρέπονται σε μία βαθυκίτρινη σκόνη που σε συνδυασμό με νερό ή ξίδι, μας δίνει τη μουστάρδα. Οι άνθρωποι τη χρησιμοποιούν από τα πολύ παλιά χρόνια για την ιδιαίτερη, καυτερή και πικάντικη γεύση που δίνει στα φαγητά. Μάλιστα ήταν τόσο σπουδαία και απαραίτητη η γεύση της για τους Έλληνες και τους Αρχαίους Αιγυπτίους, που συνήθιζαν να μασουλάνε σπόρους μουστάρδας κατά τη διάρκεια του φαγητού. Σύμφωνα με την ιστορία, στις αρχές του 14ου αιώνα, ήταν τόσο μεγάλη η λατρεία που είχε ο Πάπας Ιωάννης ΚΒ για τη μουστάρδα που έφτασε στο σημείο να δημιουργήσει για τον πολυαγαπημένο του ανιψιό, την υπηρεσία του «μεγάλου μουσταρδιέρη του πάπα».

Moutarde-de-Dijon1.jpg image by anasgorsky

Μουστάρδα Ντιζόν: Υπάρχουν διάφορα είδη και είναι οι πιο διάσημες. Άλλες έχουν κρεμώδες γκρι-κίτρινο χρώμα και λεπτή γεύση και άλλες είναι πιο ανοιχτόχρωμες και ραφινάτες. Στην Ντιζόν, πρωτεύουσα της μουστάρδας, αναμειγνύουν τη μουστάρδα με αλάτι, άσπρο κρασί, μπαχαρικά και χυμό από αγουρίδες, δηλαδή ξινό χυμό φτιαγμένο από άγουρα σταφύλια. Οι μουστάρδες Ντιζόν εκτός του ότι είναι οι πιο γνωστές, είναι και οι πιο φημισμένες, αφού χρησιμοποιούνται περισσότερο από κάθε άλλη μουστάρδα, για σάλτσες, μαγιονέζα, βινεγκρέτ, κ.ά.