Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Χαμηλή πτήση

Επιστρέφοντας στη Μεσόγειο

O κόσμος μια σταγόνα έρωτα στο φτερό του καιρού —
χαμηλή πτήση
απ' το παράθυρο το ουράνιο τόξο, ένα βαθύ βλέμμα
να δω ξανά τα σύννεφα στα χαλίκια
να πιστέψω στη διάρκεια της μέρας.
Ο ήλιος λίγο πριν ένα μάρμαρο
τώρα σπασμένα φανάρια,
με την τελευταία στροφή καίγεται ο ορίζοντας.

Εκείνο το γεράκι
που φάνηκε στην άκρη του μεσημεριού
το χρειαζόμαστε, πορεία σταθερή προς την ηλικία'
κάτω απλώνεται η σιγουριά του δάσους
που θέλει να μας μεταμορφώσει πάλι σε πέτρες κι έλατα
να μας αγγίζει ο δαίμονας και να μη χάνουμε το βήμα μας.

Ένα δαχτυλίδι βροχής, θα το προλάβουμε άραγε;
δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να βγούμε έξω απ' τους χάρτες.
Ένα ποτάμι κατεβαίνει τον ουρανό
λίγη δροσιά απ' το παρόν
το αεροπλάνο γέρνει αποφασιστικά
προς τη μεριά των αοράτων.

Γιώργος Βέης
Γεωγραφία κινδύνων
Ύψιλον, 1994

http://www.greekbooks.gr/web/book/photos/138450.jpg

Ναι, στην εξαιρετικά άχαρη, αλλά και δίσημη αυτή περίοδο, στην διάρκεια της οποίας ο κόσμος ηλεκτρονικά τουλάχιστον συρρικνώνεται, γίνεται ένα δυναμικό χωριό επικοινωνίας, η ποίηση αναλαμβάνει το πρόσθετο βάρος να μ ε γ α λ ώ σ ε ι αντιθέτως τον κόσμο, να τον διευρύνει, να του δώσει εν τέλει την ορθή του διάσταση, δρώντας ως αντίπαλον δέος, ως κυριολεκτικό αντίβαρο στη μονοδιάστατη αγωγή των προσώπων, ή α – προσώπων. Των θυμάτων της «εικόνας» με άλλα λόγια, η οποία εκφράζει τον οριακό διαχωρισμό και την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, για να θυμηθούμε εδώ τον Γκυ Ντεμπόρ.
Γιώργος Βέης

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Άστεγοι από καταβολής κόσμου

http://www.apartmenttherapy.com/images/uploads/09.05.Periton2.jpg

Simon Periton, Flag, 2003

Ενύπνιον

Ένα φάντασμα πλανιέται τις νύχτες

Έκτοτε διανύσαμε συμπαντικά μεγέθη.

Άστεγοι από καταβολής κόσμου
Στο χάσμα ζήσαμε ιστορίας και ουτοπίας
Στα χρόνια τής επαγγελίας δοθήκαμε θεληματικά
Κ' είδαμε με γνώση εκείνη να μεταλλάζει σε προδοσία
Καθώς γενιές δαπανήθηκαν λίπασμα της ιστορίας

Το μέλλον τώρα στην άνυδρη βουλιάζει έκταση της εποχής

Πώς άνθρωποι χωρίς μνήμη θα μας διαδεχθούν
Χρήστες εθισμένοι ηδονών στο τώρα και στο πουθενά
Πώς λησμονημένα όλα θα ξεχαστούν στη σιωπή;

Παγωμένος φυσά αγέρας και τρίζουν τα τζάμια.
Πρόδρομος Μάρκογλου
Ονείρων κοινοκτημοσύνη
Νεφέλη, 2002

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Στο σημάδι ξέφυγα

http://blue-whitegt.com/covers/egkleistes_cover1.jpg
ελπίδα

Με το στήθος στην πάλη
Στον αγώνα
Στον πόλεμο της ζωής
Στον ΕΡΩΤΑ
Άσπρο περιστέρι το αύριο

παρακοή

Λογαριάζοντας τη ζωή
Στο σημάδι ξέφυγα
Σταμάτησα σε στιγμές απόλαυσης
Της ακοής το σκοτάδι με συντάραξε
Το απόλυτο τίποτα
Παράκουσα στης ακοής το θέλημα
Δεν είναι όπως τα σχεδιάζουμε
Α! το παράπονο
Το βάσανο
Η ζωή
Η ελευθερία


Το μυστικό

Ό,τι αγαπάς μπορεί να είναι λουλούδι
Λουλούδι η αγαπημένη μου
Στα πέταλά του η ψυχή ανοίγει
Στα σύννεφα απλώνεται
Το κρατώ στα χέρια μου σαν το μοναδικό μυστικό
Μέσα στη σκληρότητα
Δε θέλω να μαραθεί
Δε θέλω να φυλλορροήσει
Το σύμπαν θα σβήσει.


“Έγκλειστες συναντήσεις” είναι το δεύτερο βιβλίο με ποιήματα έγκλειστων νέων στη δικαστική φυλακή ανηλίκων Διαβατών. Το πρώτο, "Ποιήματα φυλακής" , ένα εγχειρίδιο με 20 ποιήματα εκδόθηκε το 2007.
"Προϊόντα" των μαθημάτων τού εργαστηρίου "παραγωγής λόγου" με τη συμπαράσταση της μη κυβερνητικής οργάνωσης “Ελλήνιον”. Στο πλαίσιο του εργαστηρίου συμμετείχαν νεαροί κρατουμένοι από 18 έως 21 ετών. Διδάχτηκαν τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” τού Διονυσίου Σολωμού, καθώς και άλλους ποιητές, ημεδαπούς και αλλοδαπούς σε μεταφράσεις, αναζητώντας και μέσα από τους στίχους τους “κοινούς κώδικες επικοινωνίας”, καθώς όπως και οι ίδιοι σημειώνουν, “η διαφορετικότητα (κοινωνική προέλευση, εθνικότητα, μορφωτικό επίπεδο) δεν αποτέλεσε εμπόδιο στη διάθεση για μάθηση και στην ανάγκη για αναζήτηση συμπαράστασης, κατανόησης και αγάπης”.


Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό (*)

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/12/Quittenbaum_cydonia_oblonga.jpg

Η κυδωνιά (αγγλ. quince, γαλλ. cognassier, γερμ. Quittebaum) είναι ένα από τα αρχαιότερα φυτά του ανατολικού και μεσογειακού χώρου και ανήκει στην τάξη των Ροδωδών (οικογένεια Ροδίδες). Η καταγωγή της είναι από την περιοχή του Καυκάσου ή το Ιράν Το όνομά της προέρχεται από την περιοχή των αρχαίων Κυδωνιών, όπου ενδημούσε μια εξαιρετική ποικιλία.
Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούσαν το κυδώνι σύμβολο της αγάπης και της ευτυχίας και το είχαν αφιερώσει στη θεά Αφροδίτη, η οποία εμφανίζεται συχνά να κρατά στο δεξί της χέρι ένα κυδώνι, ένα δώρο που της έχει δώσει ο Πάρις. Αποτελούσε
δώρο ευγονίας, καθώς, προσφέρθηκε από τη Γαία στην Ήρα στο γάµο της µε τον Δία. Είναι βέβαιο ότι τα «χρυσά» μήλα των Εσπερίδων δεν ήταν τίποτε άλλο από κυδώνια, διότι ήταν τα μόνα φρούτα με κίτρινο χρώμα στην αρχαιότητα. Τα πορτοκάλια , ως γνωστό, έκαναν την εμφάνισή τους στην Ευρώπη (Ιταλία) την εποχή των σταυροφοριών.
Κυδώνια στέλνονταν ή μοιράζονταν ως δώρα αγάπης και στην εποχή του Μεσαίωνα και ως γλυκίσματα των γαμήλιων γευμάτων θεωρούνταν προπαρασκευαστικά των γλυκών και απολαυστικών ημερών ανάμεσα στα ζευγάρια.

http://www.liberherbarum.com/PVignet/V0236th.jpg

Το κυδώνι είναι ένα από τα λίγα φρούτα με έντονη τη πικρή, την όξινη αλλά και τη στυφή γεύση. Η κοκκώδης υφή του και οι ουσίες που περιέχει, βοηθούν στην πέψη όλων των ζωικών πρωτεϊνών, όπως του κρέατος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Για το λόγο αυτό υπάρχουν πολλές συνταγές με συνδυασμούς κρεάτων (όπως το χοιρινό ή το μοσχάρι με κυδώνι), ή γαλακτοκομικών, όπως το γνωστό μας επιδόρπιο που γίνεται με κυδώνι γλυκό και καϊμάκι (πυκνή κρέμα γάλακτος) .
http://inpraiseofsardines.typepad.com/blogs/images/quince_ice_cream

Οι θεραπευτικές του ιδιότητες έχουν περιγραφεί και από τους ιατρούς φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας αλλά και της Ρώμης. Ο Διοσκουρίδης μάλιστα είχε σε καθημερινή χρήση τις εξής συνταγές: Φέτες κυδωνιού έμεναν για ένα μήνα και μούσκευαν μέσα σε μούστο, ή φέτες κυδωνιού κλείνονταν για ένα ολόκληρο χρόνο μέσα σε ένα βαρέλι γεμάτο με μέλι. Γενικά η ανάμιξη χυμού από κυδώνι με μέλι έχει θεραπευτικές και τονωτικές ιδιότητες, ανοίγει την όρεξη, διευκολύνει την ηπατική και νεφρική λειτουργία και αναζωογονεί τον οργανισμό.

Το κυδώνι συνδυάζεται πολύ καλά με τα φύλλα της δάφνης και σκόνη από ginger (για συνταγές που περιέχουν κρέας), ή με φυλαρράκια αρμπαρόριζας (για συνταγές που έχουν ζάχαρη). Το ζελέ από κυδώνι ηρεμεί το στομάχι και όλο το πεπτικό σύστημα και χρησιμοποιείται συχνά στα παιδιά και σαν γλύκισμα, αλλά και σαν εξαίρετο τονωτικό με βιταμίνες (κυρίως του συμπλέγματος Β καθώς και D).

Το Μεσαίωνα το φρούτο αυτό στη Γαλλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία θεωρείται το καλύτερο υλικό της ζαχαροπλαστικής.

Η περίφημη μαρμελάδα κυδωνιού προσφερόταν ως δώρο στους βασιλιάδες, ενώ ο Γάλλος βασιλιάς Φραγκίσκος Α' λένε πως αγαπούσε τόσο το κυδωνόπαστο που

κάθε φόρα που γευόταν ένα κοµµάτι έκλαιγε από τη χαρά του.

Κυδωνόπαστο, ως επιδόρπιο, σερβίρεται, όπως καταγράφεται σε ένα έγγραφο του 1570, µετά το τέλος ενός πλούσιου συµποσίου που παραθέτει ο πάπας Πίος ο Ε΄.

Έναν αιώνα αργότερα, το 1653, στην Αγγλία εκδίδεται ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, το οποίο απευθύνεται στις νοικοκυρές της εποχής. «Το βιβλίο των φρούτων και των λουλουδιών», ένα βιβλίο µε συνταγές ζαχαροπλαστικής και πρακτικά γιατροσόφια βασισµένα σε φρούτα και λουλούδια.

http://www.gutenberg.org/files/13265/13265-h/images/title.png

Μοσχάρι με κυδώνια

Υλικά
1 κιλό μοσχάρι κομμένο σε μερίδες
1 κιλό κυδώνια
10 κάστανα
1/2 φλιτζάνι λάδι
2 κρεμμύδια ψιλοκομμένα
2 σκελίδες σκόρδο
1 φλιτζάνι πολτοποιημένη ντομάτα
2 φύλλα δάφνης
1 ξυλαράκι κανέλλα
3 γαρύφαλλα
1/2 φλυτζάνι λευκό κρασί
αλάτι και πιπέρι


Βάζουμε το λάδι να κάψει. Ροδίζουμε το κρέας από όλες τις πλευρές. Προσθέτουμε το κρεμμύδι, το σκόρδο και σβήνουμε με το κρασί. Προσθέτουμε τον πολτό ντομάτας και σιγοβράζουμε μέχρι να μαλακώσει το κρέας.
Στο μεταξύ, πλένουμε τα κυδώνια, τα κόβουμε σε τέσσερα κομμάτια και αφαιρούμε τους σπόρους.
Τοποθετούμε τα κυδώνια, το κρέας και τα υπόλοιπα υλικά σε γάστρα και ψήνουμε στο φοούρνο στους 220°C για μία ώρα.

Κυδωνόπαστο
http://sup.kathimerini.gr/kathnews/photos/15-02-07/15-02-07_181918_91.jpg

Υλικά

1 κιλό κυδώνια

1 κιλό ζάχαρη

λίγη αρμπαρόριζα

αμύγδαλα ξεφλουδισμένα και κομμένα


Προετοιμασία
Αλείφουμε ένα ταψί με λίγο λάδι.

Πλένουμε και ξεφλουδίζουμε τα κυδώνια, τα κόβουμε στα τέσσερα και βγάζουμε τα κουκούτσια.

Τα βάζουμε να βράσουν με ελάχιστο νερό και την αρμπαρόριζα σε σιγανή φωτιά μέχρι να μαλακώσουν.

Τα περνάμε από την μηχανή του πουρέ.

Τα ξαναβάζουμε στην κατσαρόλα με την ζάχαρη και βράζουμε το μείγμα ανακατεύοντας διαρκώς.

Το μείγμα πρέπει να ξεκολλάει από τα τοιχώματα της κατσαρόλας.

Ρίχνουμε τα αμύγδαλα και ανακατεύουμε ξανά. Απλώνουμε το μείγμα στο λαδωμένο ταψί σε πάχος 2 εκατοστών και το αφήνουμε να κρυώσει.

«Δεν έχουμε κυδώνια», έγραφε ο Εμπειρίκος στην «Υψικάμινο». Και στην κριτική του στο «Ελεύθερον Βήμα» της 9ης Νοεμβρίου του 1935 ο Ν. Γιοκαρίνης απαντούσε: «Καλά που δεν έχουμε κυδώνια, γιατί θα σου άστραφτα, φίλτατέ μου, ένα κατακούτελα να ιδής τρύπα μια φορά». Για τους ίδιους στίχους ο Στρατής Μυριβήλης γράφει: «Αυτό το ζήτημα φαίνεται να απασχολή ζωηρά τον ποιητήν. Αν έχωμεν κυδώνια ή δεν έχομεν. Αν ήτο ολιγώτερον συρρεαλιστής και περισσότερον προνοητικός, θα ανησυχούσε μάλλον να μάθη αν έχωμεν λεμονόκουπες»

Σωτήρης Τριβιζάς

Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο - Χρονικό της υποδοχής του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα,

Καστανιώτης, 1996.

(*) Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό

Ανδρέας Μήτσου

Ιθάκη, 1982

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Los abrazos rotos, όπως τραγουδούν οι άντρες στο φλαμένκο(*)





Ραγισμένες αγκαλιές
Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ
Σενάριο: Πέδρο Αλμοδόβαρ
Ηθοποιοί: Πηνελόπη Κρουζ, Λουί Ομάρ, Μπλάνκα Πορτίγιο, Χοσέ Λουί Γκόμεζ

Ο σκηνοθέτης της ταινίας Pedro Almodovar αναφερόμενος στον τίτλο της ταινίας εξηγεί: "Οι δύο πρωταγωνιστές, που έχουν βρει καταφύγιο σε ένα bungalow στη Famara Beach, σε μια βουνοπλαγιά αγναντεύοντας τη θάλασσα, είναι ξαπλωμένοι αγκαλιά σε έναν καναπέ. Βλέπουν σε μια μικρή τηλεόραση το "Ταξίδι στην Ιταλία" του Ροσελίνι. Η ταινία αυτή μιλά για την κατάρρευση του αμερικανικού γάμου- το ζευγάρι υποδύονται η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο Τζορτζ Σάντερς- στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ιταλία. Στην οθόνη βλέπουμε τη σκηνή όπου οι πρωταγωνιστές επισκέπτονται κάποιες ανασκαφές στην Πομπηία, τη στιγμή που οι εργάτες προσεκτικά ξεθάβουν τα ερείπια της αρχαίας πόλης, που καταστράφηκε από την έκρηξη του Βεζούβιου 2.000 χρόνια πριν. Το ζευγάρι γίνονται μάρτυρες του γεγονότος ότι οι εργάτες βρίσκουν εκεί τα σώματα ενός άνδρα και μιας γυναίκας μαζί ("ίσως σύζυγοι", λέει ο αρχαιολόγος), τα οποία η λάβα "απαθανάτισε" ενώ αυτοί κοιμόνταν. Η εικόνα είναι ένα σοκ για την Ίνγκριντ Μπέργκμαν που απομακρύνεται λίγα βήματα, εμφανώς ταραγμένη. Η αθάνατη αγάπη του ζεύγους χιλιάδες χρόνια πριν την κάνει να σκεφτεί τη φθορά και τη μιδαμινότητα του δικού της γάμου. Και δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Είναι μια απλή σκηνή, καθόλου "ρητορική", αλλά άμεση και βαθιά συγκινητική...
"

http://www.cinephilia.gr/euro5/abrazos.htm

http://image.toutlecine.com/photos/l/e/s/les-etreintes-brisees-los-abrazos-rotos-broken-hugs-20-05-2009-20-03-2009-2-g.jpg
Ένας άντρας (Λουίς Χομάρ) γράφει, ζει και αγαπάει μέσα στο σκοτάδι. Θύμα ενός μοιραίου αυτοκινητικού δυστυχήματος δεκατέσσερα χρόνια πριν. Έχασε την όρασή και τη γυναίκα της ζωής του (Πενέλοπε Κρουζ). Η είδηση του θανάτου του παραγωγού της τελευταίας του ταινίας, τον οδηγεί σε ένα ταξίδι στο παρελθόν.Έτσι θα ξεκινήσει να αφηγείται την οδυνηρή αυτή αυτοβιογραφία, μια ιστορία συγκινητική και τραγική. Μια ιστορία που θα μπορούσε να περιγράφεται από τη φωτογραφία δύο ερωτευμένων ανθρώπων που αγκαλιάζονται. Μια φωτογραφία που κάποιος έχει σκίσει σε χίλια κομμάτια...
Οι «Ραγισμένες αγκαλιές» τού Pedro Almodóvar είναι σαν τα κομματάκια μιας φωτογραφίας που πρέπει να ξαναενωθούν. Αλμοδόβαρ αναπολεί δικές του στιγμές, αλλά και ταινίες άλλων που έχει αγαπήσει, και αποφαίνεται: το σινεμά είναι αλήθεια, ψέμα, νοσταλγία, έρωτας -ενίοτε καταστροφικός ή και θανάσιμος- και οι ταινίες απρόβλεπτες σαν τους εραστές.


(*)"...μουσική μονόσερτη, αράπικη, όλο πάθος και θάνατο, που ανεβαίνει από τις ισκιωμένες μεσαυλές και τα πυκνά καφάσια της Κόρδοβας και της Σεβίλιας..."
Νίκος Καζαντζάκης

"...Το κλάμα της κιθάρας αρχινά. Να την κατασιγάζεις είναι μάταιο. Να την κατασιγάσεις δυνατό δεν είναι. Κλαίει μονότονα όπως κλαίει το νερό, όπως κλαίει ο αγέρας πάνω στο χιονιά. Να την κατασιγάσεις δυνατό δεν είναι..."
Federico García Lorca

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

33 χρόνια στην "ίσαλο γραμμή" τού βιβλίου

http://www.chiosnews.com/images/diavazo%20500.JPG
Τριάντα τρία χρόνια παρουσίας με 500 τεύχη. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1976 με Δ/ντή τον Περικλή Αθανασόπουλο.
"Θελήσαμε να βγάλουμε ένα περιοδικό χρήσιμο για τον άνθρωπο που διαβάζει ή θέλει να διαβάσει βιβλία." Γράφει ο Λάμπρος Κουλελής στο κύριο άρθρο τού πρώτου τεύχους.
Τεύχος ανανεωμένο με την υπογραφή, το κέφι και τη φαντασία του designer Χρήστου Τζοβάρα.
"Πεντακόσια τεύχη δεν είναι λίγα. Πάνε σχεδόν 34 χρόνια που υπάρχει αυτό το περιοδικό. Γεννήθηκε την οραματική εποχή της μεταπολίτευσης, πέρασε στη ρεαλιστική εποχή του '80, γνώρισε τις κρισιακές μέρες του τέλους του αιώνα, μέσα από τις οποίες συντηρήθηκε για να προσπαθήσει να ξανεγεννηθεί σε μια νέα εποχή. Από τις στήλες του πέρασε το σύνολο, σχεδόν, των ανθρώπων των γραμμάτων, με συνεντεύξεις, συζητήσεις, έρευνες, φιλολογικές εργασίες, διάλογο και αντιπαραθέσεις, κριτικές και παρουσιάσεις. Πολλοί απ' αυτούς δεν υπάρχουν πια..."
Γιάννης Ν. Μπασκόζος

Με εκτενές αφιέρωμα στον Τίτο Πατρίκιο, πρώτη φορά δημοσιεύεται στο περιοδικό αφιέρωμα σε εν ζωή έλληνα συγγραφέα . Για τον Τίτο Πατρίκιο οι γράφουν οι: Ελένη Αντωνιάδου, Άλκη Ζέη, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Γιάννης Κοντός, Νίκος Σιαπκίδης, Στρατής Θεοδωρακάκης, Θεόδωρος Μ. Πολίτης, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Αλέξης Ζήρας, Αναστάσης Βιστωνίτης, Κατερίνα Κωστίου, Γιάννης Βαρβέρης, Λίζυ Τσιριμώκου, Χριστίνα Ντουνιά, Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Κωνσταντέλλης, Γιώργος Στεφανίδης, Λεύκιος Ζαφειρίου, Παναγιώτης Νούτσος. Επιμέλεια: Γιάννης Ν. Μπασκόζος. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται από συνέντευξη του ποιητή, καθώς και από ένα ανέκδοτο ποίημά του, με τίτλο «Το σπίτι».

Παλιοί και νέοι συνεργάτες του περιοδικού θυμούνται, αναπολούν και καταγράφουν μνήμες και εντυπώσεις από την πρώτη περίοδο του περιοδικού μέχρι σήμερα. Γράφουν οι: Γιώργος Γαλάντης, Αλέξης Ζήρας, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Λάμπρος Κουλελής, Γιώργος Δ. Σαρηγιάννης, Αντώνης Φωστιέρης, Αλέξης Πολίτης, Γιώργος Βέης, Παύλος Δ. Πέζαρος, Βασίλης Δ. Τσάμης, Κώστας Μαρτζούκος.

Το σπίτι όπου πραγματικά μεγάλωσα

ήταν ένα διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο

μιας πολυκατοικίας ίδιας με βαπόρι

σε ύψος ξεπερνούσε όλα τα διπλανά της σπίτια.

Απ’ την ταράτσα εποπτεύαμε την Αθήνα

ή κατεβαίναμε την ώρα του συναγερμού

στο υπόγειο καταφύγιο, εγώ τους το ‘σκαγα

κι ανεβοκατέβαινα με το ασανσέρ

που τότε δεν είχε κανείς συμμαθητής μου.

Όταν τελείωνα με τα μαθήματα, τ’ αρχαία

τα μαθηματικά, τα γαλλικά, τα εγγλέζικα

ακόμα και το πιάνο, έπαιρνα το ποδήλατο

έκανα βόλτες με πηδηχτή ανάβαση

κι άλλα κόλπα κι ονειρευόμουνα μοτοσακό,

ή πάλι άκουγα μουσική από δίσκους

που έβαζα στο ραδιογραμμόφωνο RCA.

Το διαμέρισμα ήταν μεγάλο, με σαλοτραπεζαρία

γραφείο για τον πατέρα μου, για μένα

κρεβατοκάμαρες χωριστές για όλους

ακόμα και για τη γιαγιά και κάποιους θείους.

Βέβαια δεν ήτανε δικό μας, η πολυκατοικία

ανήκε ολόκληρη σ’ έναν εισαγωγέα χάρτου

όμως εμείς το λέγαμε «το σπίτι μας»

δίχως καθόλου να μας νοιάζει.

Για να τα πεις όλα για ένα σπίτι

πρέπει να χτίσεις ένα πιο μεγάλο από λόγια

και τα πολλά λόγια στην ποίηση δεν χρειάζονται

μα τώρα ούτε κι αυτό με νοιάζει.

ΙΙ

Από το ένα μπαλκόνι του σπιτιού μας

είδα να βομβαρδίζεται ο Πειραιάς, να καίγεται το λιμάνι

τα στούκας πάνω μας βούϊζαν σαν διαβόλοι

από το άλλο, παγωμένοι από φόβο κι από μίσος

είδαμε τις μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών

να μπαίνουν αγέρωχες στην Αθήνα.

Έπειτα η πόλη γέμισε με φαντάρους μας

γύριζαν με τα πόδια από το μέτωπο

έτσι λέγαμε, αλλά μέτωπο πια δεν υπήρχε

ήσαν με τις στολές μισοσκισμένες, τ’ άρβυλα ανοιγμένα

οι ανάπηροι βάδιζαν με πατερίτσες

άλλοι είχαν επιδέσμους στο κεφάλι ή στο χέρι.

Και ήρθε εκείνος ο φοβερός χειμώνας

του χιονιά, του λιμού, του θάνατου μες στους δρόμους

κάθε πρωί για νά μπω στο σχολείο μου

έπρεπε να δρασκελίσω δυό-τρεις πεθαμένους

την νύχτα κούρνιαζαν στην πόρτα της αυλής

όπου κοκάλωναν από το κρύο και την πείνα.

Όταν οι Γερμανοί άρχισαν το ξεκλήρισμα των Εβραίων

κάποιοι έκρυψαν τον Εβραίο σπιτονοικοκύρη μας

μαζί με τον αδελφό και τον πατέρα του

κανένας δεν τους πρόδωσε ποτέ.

Εμείς, όπως κι οι άλλοι ένοικοι των πέντε ορόφων

πληρώναμε κανονικά το νοίκι κάθε μήνα

το μειωμένο πάντως λόγω ενοικιοστασίου

κανείς ποτέ δεν το παρέλειψε.

Τα σπίτια αν δεν γκρεμιστούν από βομβαρδισμό

αν δεν καούν, δεν πέσουν από σεισμό

κρατάνε περισσότερο από τους ανθρώπους.

Οι άνθρωποι αν δεν σκοτωθούνε στους πολέμους

αν δεν φύγουν πρόωρα από δυστύχημα ή αρρώστια

ζούνε περισσότερες ζωές από τα σπίτια.

Όμως τα σπίτια όσο κι αν κρατήσουν

μένουν βουβά αν δεν υπάρχουν επιζώντες

για να μαρτυρήσουν.

ΙΙΙ

Στο σπίτι αυτό γνώρισα τον πόλεμο, την Κατοχή

τ’ όνειρο της Απελευθέρωσης, τον εφιάλτη του Εμφύλιου

εκεί ένιωσα του έρωτα τους πρώτους παροξυσμούς

του σώματος τις μεταλλαγές, τα πάθη της ψυχής

αναρωτήθηκα αν καν ψυχή υπάρχει

ώσπου πέρασα από τη μια σίγουρη πίστη

σε μιαν άλλη πιο σίγουρη ακόμα.

Εκεί η απόλαυση της ανάγνωσης έγινε αγωνία της γραφής

μαζί και φιλοδοξία να δω ένα ποιήμα μου

δημοσιευμένο σε περιοδικό, έστω νεανικό

ώσπου εγκατέλειψα την ποίηση για να γράφω

με τους συντρόφους που είχα πια αποκτήσει

συνθήματα στους τοίχους, με πράσινη στην αρχή

έπειτα κόκκινη μπογιά, όπου η νέα ζωή

ξεκινούσε μ’ εξαγγελίες θανάτου, με θάνατο

στους κατακτητές, στο φασισμό, στους προδότες

μα κι η παλιότερη που την απορρίπταμε συνεχιζόταν

στα πάρτυ όπου χορεύαμε σφίγγοντας τα κορίτσια

ή σε καμια βόλτα μ’ έναν φίλο στα μπουρδέλα.

Στο σπίτι αυτό, πίσω από λεξικά, μυθιστορήματα, ανθολογίες

έκρυψα παράνομα υλικά, κάποτε και όπλα

εκεί μιά μέρα με κατσάδιασε η μητέρα μου

που είχα πολύ αργήσει για το φαγητό, χωρίς να ξέρει

ότι είχα μόλις γλυτώσει απ’ τον δικό μου θάνατο,

από ‘κεί έφυγα για τις μάχες του Δεκέμβρη

όπου σκοτώθηκαν τόσοι δίπλα και παραδίπλα μου

πάλι στις γειτονιές γύρω από το σχολείο μου,

από ‘κεί όταν «μας πήραν την Αθήνα

μονάχα για ένα μήνα», έτσι τραγουδούσαμε

φύγαμε όλοι μας για το βουνό.

Με τα γεγονότα που αλλάζανε ραγδαία

άλλαζαν όλοι, όσο κι αν νόμιζα πολλές φορές

πως άλλαζα μόνο εγώ.

Μαζί άλλαζαν και τα σπίτια

κάποτε περισσότερο κι απ’ τους ανθρώπους

συνήθως όμως απροειδοποίητα.

ΙV

Όταν γυρίσαμε βρήκαμε το σπίτι μας

λεηλατημένο από ανθρώπους της γειτονιάς

το μισό το είχε καταλάβει ο ιδιοκτήτης

το άλλο μισό ένας αστυφύλακας με τη γυναίκα του

όμως εμείς καταφέραμε να ξαναμπούμε μέσα

με τη φασαρία μας δυσκολέψαμε τη ζωή του ιδιοκτήτη

ώσπου αναγκάστηκε να φύγει, πείσαμε τους άλλους

να κρατήσουν ένα μόνο δωμάτιο, όποιο ήθελαν

ώσπου ένιωσαν ν’ ανήκουν στην οικογένειά μας

ο αστυφύλακας δεν μας κατέδωσε ποτέ.

Το σπίτι ξανάγινε δικό μας, φιλοξενήσαμε φίλους, συγγενείς

από ‘κει ο θείος Γιώργος πήγε στη Χαλκίδα

και τον σκότωσαν, εκεί έφεραν τον πατέρα μου

μ’ ανοιγμένο το κεφάλι όταν τον χτύπησαν στο θέατρο

εκεί κρύψαμε κυνηγημένους, έναν παράνομο

που όταν τον πιάσανε τα είπε όλα στην ανάκριση

από ‘κεί έφτασα νύχτα με συνοδεία στη Μακρόνησο

με πήγαν στην απομόνωση, με ολόγυρα φρουρούς

από ‘κεί με ξανάστειλαν με χειροπέδες στην εξορία.

Σ’ αυτό αργότερα ξενυχτούσα με τους δικούς μου για τις εκλογές

με την ελπίδα πάντα για καλά αποτελέσματα

ή άλλοτε εκείνοι έπαιζαν χαρτιά ως το πρωί,

εκεί σχεδιάζα με φίλους σοβαρά βιβλία και περιοδικά

έκανα πάρτυ σοβαρά κι αυτά, αγωνιζόμουν για το μέλλον

παθιαζόμουν μ’ έρωτες που θα κατέληγαν σε συγκρούσεις,

είχα επιστρέψει πια στην ποίηση, εκεί έγραψα

«στο χαράκωμα της επανάστασης

δεν με διόρισε ποτέ κανείς

κι ούτε μπορεί να μ’ απολύσει».

Την επανάσταση δεν την εγκατέλειψα

τουλάχιστον έτσι νόμιζα, ακόμα κι όταν

δεν υπήρχε πια χαράκωμα, ακόμα κι όταν

υπεράσπιζα το δίκιο κάποιων αντιπάλων της

ή το δικό μου δίκιο απέναντί της,

ακόμα κι όταν με δίκαζαν και με καταδίκαζαν

οι τότε σύντροφοί μου.

Απ’ όσα έζησα εκεί άλλα τα παρακάμπτω

άλλα μου ξεφεύγουν, άλλα όπως όλοι οι συγγραφείς

τ’ ανακαλύπτω ετούτη τη στιγμή που γράφω.

V

Όταν το κατοικήσαμε ήμουνα δώδεκα χρονών

τότε που έμπαινα στις συνεχόμενες φάσεις

της αχαλίνωτης στην αρχή, μετά της λογοκρατούμενης

έπειτα της πολιτικά ελεγχόμενης τρέλας.

Σ’ αυτό με φλόγισαν ιδέες που άλλες έγιναν πράξεις

άλλες πήραν υπόσταση σε γραφτά κάθε λογής

άλλες παραμορφώθηκαν τόσο που με τρομάζουν,

σ’ αυτό ταλαντεύτηκα για καιρό

ανάμεσα στη διακηρυγμένη πίστη

και στην αδιακήρυχτη ακόμα αμφιβολία,

επιθύμησα ταξίδια ως τότε απρόσιτα

καθώς έμενα καθηλωμένος άλλοτε απ’ την αρρώστια

άλλοτε απ’ τις απαγορεύσεις της αστυνομίας

άλλοτε απλώς από έλλειψη χρημάτων,

εκεί αποφάσισα να μην πνίξω άλλο τη φωνή μου

μόνο που η πληρωμή αποδείχτηκε ακριβότερη

απ’ ό,τι ως τότε φανταζόμουν.

Σ’ αυτό ένιωσα πως κάπου με περίμενε

κάτι σημαντικό, κάτι προσωπικό για μένα

που όμως δεν το προλάβαινα γιατί συνεχώς

εμφανίζονταν άλλες προτεραιότητες, καθήκοντα

που φοβόμουν ότι δεν τα εκπλήρωνα όσο όφειλα

αν κι έβλεπα πως οι άνθρωποι γαντζώνονται

στα πόστα και στα γραφεία που αποκτούν

πως οι σύντροφοι εμφανίζονται ή καταργούνται

σύμφωνα με πολιτικές αποφάσεις κι εντολές.

Στο σπίτι αυτό ξεψύχισε ο πατέρας μου, μ’ εμένα

να τρέχω αλλού για φίλους και για κομματικά.

Καθώς ξανασκέφτομαι κι αυτά που λέω

κι αυτά που παραλείπω, αναρωτιέμαι:

Είναι δυνατόν να πίστευα

ή και τώρα ακόμα να πιστεύω

πως είχα πάντα δίκιο;

Όταν το αδειάσαμε, με τη μητέρα μου να κλαίει

πατούσα τα τριανταπέντε, μιαν ηλικία

που γι’ άλλους σταθεροποιούνται τα προσωρινά

γι άλλους ένα-ένα τα σταθερά ανατρέπονται.

Άλλωστε από χρόνια πια είχα πάει στο Παρίσι

όχι για να αυτοεξοριστώ, όπως συνηθίζουνε να λένε,

αφού κανείς δεν εξορίζεται από μόνος του

ούτε για να μ’ απελευθερώσει μια υπέρτερη δύναμη

αφού οι υπέρτερες δυνάμεις σε δυναστεύουν κι άλλο,

αλλά για να λευτερωθώ μονάχος, ν’ αυτοελευθερωθώ,

να πλησιάζω τους άλλους, να τους ακούω, να τους αγγίζω

δίχως να θέτω εκ των προτέρων όρους.

Πράγματα που κατάλαβα κι αυτά ετεροχρονισμένα

όταν άλλαζα συνεχώς σπίτια, δωμάτια, ξενοδοχεία

είτε γιατί το ήθελα, είτε γιατί προλάβαινα να φύγω,

όταν γι’ άλλες αγάπες έκανα στην ποίηση απιστίες

κι εκείνη με περίμενε και με ξαναδεχόταν,

όταν μου έρχονταν επιθέσεις ακόμα κι από φίλους

κι αναγκαζόμουν πάλι με καθυστέρηση, να παραδεχτώ

πως οι φιλίες συχνά τελειώνουν όπως οι έρωτες

με δράματα, ή με πλήξη, ή με αδιαφορία,

όταν η παρατήρηση ανθρώπων και πραγμάτων

με πλούτιζε χωρίς να με γλυτώνει από τις κακοτοπιές

χωρίς να με σώζει από τα στραβοπατήματα,

όταν ένας καινούργιος έρωτας μετάλλαζε

όσα πιο πριν είχα γνωρίσει ή φανταστεί,

μετάλλαζε ακόμα κι αν αντιστεκόμουν,

εμένα τον ίδιο.

Όπως και να ‘ναι γράφω για πράγματα

που έγραψαν γι αυτά χιλιάδες ποιητές,

ας πούμε τώρα για το σπίτι

κι όμως γράφω σαν κανείς γι αυτά

να μην είχε ξαναγράψει.

Αυτή η αθέλητη αφέλεια

μπορεί και να με σώσει.

Όσο για την πολυκατοικία εκείνη

σήμερα στεγάζει μιαν οικονομική εφορία

τα γραφεία της απλώνονται

και στους πέντε ορόφους.

Ιούνιος-Αύγουστος 2009

Τίτος Πατρίκιος,

Το σπίτι

δημοσιευμένο στο περιοδικό Διαβάζω (Οκτώβριος 2009) αρ. τχ. 500

http://webpub.allegheny.edu/employee/c/cbakken/titosstudy2.jpg



Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Angkor Wat-"Πόλη Ναός"-"Ταινία-Μουσική Ναός"




Angkor Wat, Michael Galasso
O Michael Galasso είναι αμερικανός συνθέτης και βιολιστής που μένει στο Παρίσι. Ένας μουσικός της κλασσικής φόρμας , που έχει πειραματιστεί με το βιολί για 30 χρονια σε μελωδικές και ρυθμικές συνθέσεις που συγγενεύουν με την μπαρόκ μουσική , διασταυρώνονται με τις αμερικανικές ρίζες του καθώς επίσης και με τις παραδόσεις της ιρανικής και κεντρικής Ασίας.

"Στην αρχή σκέφθηκα το In the Mood for Love να είναι σαν μουσική δωματίου. Όλα συμβαίνουν σ' έναν πολύ συγκεκριμένο χώρο: στα διαμερίσματα, στα εστιατόρια, στις γωνίες του δρόμου.mood3.jpg (23733 bytes) Υπάρχει κάτι πολύ προσωπικό σ' ένα κλειστό περιβάλλον -οι άνθρωποι προσπαθούν να το κρύψουν. Και στο τέλος της ταινίας, σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να προτείνουμε μια άλλη οπτική γωνία -και έτσι έγραψα κάτι που ήταν τελείως διαφορετικό: κάτι με ιστορίες και με μια πιο πνευματική πλευρά.
Εκείνη την εποχή κάναμε γυρίσματα στο Bangkok και προσπαθούσαμε να βρούμε διάφορα μέρη: έναν ναό. Μια μέρα ο Ταϊλανδέζος διευθυντής παραγωγής μού είπε "Γιατί δεν γυρίζεις στην Anghor Wat [στην Καμπότζη], τον ρώτησα αν είναι δυνατόν. Μου είπε ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε. Ήταν μόλις δύο μέρες πριν επιστρέψουμε στο Χονγκ-Κονγκ. Ήταν η Καμποτζιανή Πρωτοχρονιά, έτσι είχαμε μόλις μισή μέρα για να εξασφαλίσουμε την άδεια. Ήμασταν τυχεροί: πήραμε την άδεια και έτσι πήγαμε εκεί. Στην αρχή νόμιζα ότι θα διαρκούσε μόνο μια μέρα. Όμως, όταν φθάσαμε εκεί, αυτό που είδα ήταν τελείως διαφορετικό απ' αυτό που περίμενα. Ήταν πολύ μεγαλύτερο απ' ότι πίστευα. Υπήρχαν τόσο πολλά πράγματα εκεί - ήθελα λοιπόν να διαρκέσει περισσότερο: έτσι γυρνούσα και γυρνούσα συνέχεια. Στο τέλος μάς πήρε τρεις μέρες για να ολοκληρώσουμε την σκηνή. Και νομίζω, ότι ήταν ο χώρος που θέλαμε για να ολοκληρώσουμε την ταινία. "
Wong Kar-Wai

Το Angkor Wat είναι ένα συγκρότημα πέτρινων ναών-μαυσωλείο στην Καμπότζη, που χτίστηκε για τον βασιλιά Suryavarman ΙΙ στις αρχές του 12ου αιώνα. Στη συνέχεια, τους επόμενους δύο αιώνες, εγκαταλείφθηκε για άγνωστους λόγους από τον λαό των Χμερ. Δεν είναι μια ομοιογενής κατασκευή, καθώς οι ναοί κατασκευάστηκαν σε τέσσερις διαφορετικές περιόδους, στη διάρκεια τεσσάρων αιώνων. Ένα αριστούργημα της μηχανικής και η μεγαλύτερη μεσαιωνική βαθμιδωτή πυραμίδα, είναι η μεγαλύτερη θρησκευτική κατασκευή στον κόσμο και αποτελεί ένα ασύλληπτο ανθρώπινο δημιούργημα. Έχει γίνει σύμβολο της Καμπότζης, καθώς απεικονίζεται στην εθνική σημαία της.

http://khmerresorts.co.cc/wp-content/Data/bot_Angkor-Wat-sunset_lg.jpg
Για πολλά χρόνια το Angkor ήταν απoμονωμένο, κρυμμένο μέσα στην πυκνή, απροσπέλαστη ζούγκλα που καλύπτει την περιοχή στο κέντρο της Καμπότζης, καθώς η περιοχή εγκαταλείφθηκε μετά από την πτώση της αυτοκρατορίας που έληξε με μία εισβολή από τον στρατό της Ταϊλάνδης το 1431, αφήνοντας την τεράστια πόλη και τους χιλιάδες βουδιστικούς ναούς να χαθούν από την οργιώδη βλάστηση της ζούγκλας. Ήταν οι Γάλλοι αποικιοκράτες που το ανακάλυψαν πριν από 150 χρόνια, ερευνώντας την περιοχή και προσπαθώντας να ανακαλύψουν αν κρύβεται κάποια αλήθεια πίσω από τις φήμες των τοπικών φυλών για «ναούς χτισμένους από θεούς ή γίγαντες».
http://imgpe.trivago.com/uploadimages/51/79/5179400_mx.jpeg
Η Angkor και τα περίχωρα της, που έχουν το μέγεθος του Λος Άντζελες έχει αναγνωριστεί ως η μεγαλύτερη προ-βιομηχανική πόλη στον κόσμο και ο φημισμένος ναός του Angkor Wat θεωρείται ότι είναι το μεγαλύτερο θρησκευτικό μνημείο που υπάρχει.
http://imgpe.trivago.com/uploadimages/55/25/5525930_mx.jpeg
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μία από τις πιο δαπανηρές κατασκευές που χρησιμοποιήθηκε ποτέ ως τάφος. Όλο το συγκρότημα αποτελείται από μία περίτεχνη βαθμιδωτή πυραμίδα ύψους 65 m, η οποία έχει κάλυψη 1 km² και έκταση 159.000m²
Ένας από τους συγκλονιστικότερους ναούς του συγκροτήματος είναι ο Ta Prohm, που έχει παραμείνει στην κατάσταση που ανακαλύφθηκε, με τοίχους, οροφές, δωμάτια και αυλές να έχουν κάπως αναστηλωθεί και το υπόλοιπο τμήμα του βουδιστικού ναού να αγκαλιάζεται σφιχτά από τα δέντρα της ζούγκλας, με ρίζες αιωνόβιων δέντρων banyan διαπερνούν τους ραγισμένους τοίχους.
http://www.sacredsites.com/shop/images/asia/cambodia/temple-ta-prohm-750.jpg






Το Angkor Wat είναι κάτι παραπάνω από ένας τεράστιος ναός, είναι επίσης και ένας μικρόκοσμος ο οποίος παρουσιάζει τον ναό, τη φύση και όλο το σύμπαν.