Πέμπτη 9 Αυγούστου 2007

Yvan Goll

Κρυφακουστής τού ύπνου σου
Ακούω την τυφλή πιανίστρια
Να παίζει επάνω από τις πλευρές σου
Ακούω τα μαύρα κύματα τής νύχτας
Να σπάζουν την τρυφερή σου περηφάνεια
Το ζώο της αγωνίας σκίζεται από τις λόχμες σου
Και γέφυρες στο αιμάτινο ποτάμι σου γκρεμίζονται
Κρυφακουστής τού ύπνου σου
Μετράω τούς σφυγμούς τού χρόνου μου
Yvan Goll
Ονειροχλόη
μτφ. Δ. Π. Παπαδίτσας

Σιγμή, 2002 σελ. 29http://library.georgetowncollege.edu/images/Wolf_Kahn.jpg

http://www.artpointfrance.org/Diffusion/images/goll.jpgΟ Yvan Goll γεννήθηκε στο Saint-Die, μια πόλη κοντά στα γαλλογερμανικά σύννορα το 1891. Σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο τού Στρασβούργου. Από το 1914 έως το 1918 ζει εξόριστος στην Ελβετία, γνωρίζεται με τον Arp, τον Jouve, τον Joyce, τον Romains, τον Werfel, τον Zweig. Το 1919 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Το 1921 παντρεύεται με την Claire Studer. Συνεργάζεται με τον G.W. Pabst και τον Kurt Weill.
Συμμετέχει στις εκδηλώσεις των σουρρεαλιστών. " ο υπερρεαλισμός με όργωσε κι άφησε επάνω μου το αλάτι του." δήλωνε. Η άποψή του γι αυτόν ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη τού Breton. Απέριπτε την αυτόματη γραφή κι στεκόταν καχύποπτος απέναντι στο ά-λογο ακόμη και στο όνειρο. Το 1924 δημοσιεύει το δικό του "Manifeste du surrealisme". Μια σύγκρουση-διαφοροποίηση που καταλάγιασε στα χρόνια που ακολούθησαν.

Από το 1939 έως το 1947 ζει εξόριστος στις Η.Π.Α. Το 1947 επιστρέφει στο Παρίσι. Η πόλη όπου άλλωτε είχε ζήσει με την Claire έχει γίνει αγνώριστη.
http://www.veredart.com/vered_artist_index_images/kahn_page_images/wolf_kahn_The-Great-Meadows.jpg

" Πριν την εξορία ήμασταν ένα κοσμικό ζςευγάρι, πασίγνωστο στους λογοτεχνικούς κύκλους... ποιος θ αναγνώριζε πια, έπειτα από οχτώ χρόνια απουσίας, αυτά τα χλωμά προπολεμικά φαντάσματα, τον Υβάν και την Κλαιρ Γκολ"

"Όταν γύρισε ο Goll από την εξορία, η μόδα είχε αλλάξει. Καινούρια ονόματα εμφανίζονταν στα περιοδικά και στους εκδοτικούς οίκους. Δεν μιλούσαν πια για τον Goll, ο Andre Breton ανήκε στο παρελθόν."

Claire Goll, Μόναχο 1978

Από το 1944 έχει προσβληθεί από λευχαιμία. Εξ' αιτίας τής αρρώστιας του και της εξάρτισής του από την νικοτίνη και τον καφέ νοσλεύτηκε πολλές φορές εξασθενημένος σε νοσοκομεία στη Νέα Υόρκη, στο Στρασβούργο και στο Νεϊγύ. Η δημιουργικότητά του κατα την παραμονή στα νοσοκομεία είναι έντονη. Πολλές φορές νιώθουμε ότι το πνεύμα του ταξιδεύει έξω από το σώμα του και παρατηρεί τον εαυτό του σαν αντικείμενο, ανακαλεί υπνοβατικά παραληλήματα, βλέπει λουλούδια να φυτρώνουν σε διάφορα σώματα... Πολύ πιθανόν η φαρμακευτική αγωγή που τού χορηγούνταν να τού προκαλούσε παραισθήσεις.

"οι εικόνες μου δεν είναι φανταστικές αλλά πολύ συγκεκριμένες , σε αντιθεση, με την αυθαίρετα αφηρημένη τέχνη, με την ποίηση που παίζει με την ιδέα ή με την αυθαίρετη εικόνα" δηλώνει σε κείμενό του που δημοσιεύται με τίτλο "Πραγματισμός" στην εφημερίδα Combat.

"Εν τέλει ην ο λόγος". Συμπεραίνει στο κρεβάτι τού θανάτου.Πεθαίνει το 1950.

Έγραψε ποιήματα, δοκίμια, θεατρικά έργα και μυθιστορήματα, στη γαλλική, τη γερμανική και την αγγλική γλώσσα. Γνωστότερα έργα του: "Requiem pour les morts de L' Europe" (1916), "Der neue Orpheus" (1918), "Methusalem oder der ewige Burger" (θεατρ., 1922), "Le Microbe d' Or" (1927), "Die Eurokokke" (1927), "Der Mitropaer" (1928), "Agnus Dei" (1929), "Lucifer Vieillissant" (1934), "La chancon de Jean sans terre" (1936-1939), "Traumkraut" (ποιήματα, 1951).

Τίτλοι στα ελληνικά στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ:

http://toryfolliard.com/moxiepix/b10_28.jpg
Την περίοδο 1931-1934 γράφει τα " Chansons Malaises", ¨Μαλαισιακά Τραγούδια", για την Αυστριακή φίλη του Paula Ludwig το εξωτικό τραγούδι της Μανυάνα, ενός κοριτσιού της Μαλαισίας, 40 ερωτικά ποιήματα, που το καθένα από αυτά διηγείται μια ερωτική ιστορία. Τα περισσότερα είναι γραμμένα στα γερμανικά.

“Τα σαράντα μικρά ποιήματα της συλλογής μοιάζουν να αφηγούνται την ιστορία ενός ολοκληρωτικού έρωτα που, αφού έφτασε στην κορύφωσή του, ακολουθείται από έναν τραγικό χωρισμό... Με τη φωνή τής Μανυάνα, σε στίχους που διακρίνονται για τη βιβλική έμπνευση και το πρωτόγονο πάθος τους, ψάλλει τον έρωτα τού απλόυ ανθρώπου τού απελευθερωμένου από τον εφιάλτη τής ενδοσκόπησης, όπως ο ίδιος πόθησε κάποιες στιγμές να είναι”.

Ε. Χ. Γονατάς
Από τον επίλογο τής μετάφρασής του

4
Όταν ζυγώνεις η νύχτα όλη ανατριχιάζει
οι τοίχοι σαλεύουν
το γιασεμί μυρίζει πιο δυνατά
η θάλασσα ανασαίνει πιο γρήγορα
κι άνεμος ανάστατος
σιάζει τα μαλλιά μου
όπως σ' αρέσουν

36
Με πήρε ο ύπνος πάνω σ' ένα σύννεφο
άσπρου γιασιεμιού

Το γέρικο βουνό έστειλε
Το ρυάκι να με λικνίσει

Το φεγγάρι χόρεψε για χάρι μου
στην κορυφή των πεύκων

Ένα πουλί κέντησε το ράφος του
Στο στερνό στεναγμό τής καρδιάς μου

Μαλαισικά Τραγούδια
Yvan Goll
μτφ. Έ. Χ. Γονατάς
Στιγμή, 2002, σελ.14 & 79

Το τελευταίο του έργο "Traumkraut", "Ονειροχλόη", γραμμένο τη χρονιά τού θανάτου του, απότελεί τη σκληρή πραγματικότητα τής μοναξιάς του την αναμέτρησή του με τον θάνατο, που στα ποιήματά του αντιπροσώπευε την ενσάρκωση τής αγαπημένης.

"Η εγγύτητα τού θανάτου δίνει ταυτόχρονα στην ποιητική δημιουργία τών τελευταίων χρόνων τής ζωής του μια ακόμη βαθύτερη διάσταση και απήχηση. Όπως οι Καββαλιστές, ο Goll κατασκευάζει έναν πύργο με "λέξεις και ρήματα", όχι για να φτασει το Θεό, αλλά για να φτιάξει ένα φρούριο, ένα οχυρό. Ο ποιητής τού "Traumkraut" καταφεύγει σε μια πανάρχαια στρατηγική: αντλεί από αυτό που ο Edgar Morin ονομάζει "προϊστορικό περιεχόμενο τού θανάτου", προκειμένου να τον ξορκίσει με λέξεις και να τον μεταβάλει σε ζωή, δεδομένου ότι η γραφή αποτελεί επιπλέον μια εγγύηση για τη μετά θάνατον επιβίωση τού ποιητή... Η "Ονειροχλόη" είναι η τελευταία του μετάληψη."
Δ. Π. Παπαδίτσας
Από τον επίλογο τής μετάφρασής του


Ένα δέντρο από σκόνη ψηλώνει
Ένα δάσος από σκόνη παντού στο δρόμο μας
Κι αλλοίμονο! αυτό το χέρι από σκόνη δεν έχει αφή!

Γύρω μας πύργοι τής λήθης ανεβαίνουν
Πύργοι που προς τα μέσα γκρεμίζονται
Όμως ακόμη φέγγει απ΄το πορτοκαλένιο σου φως!
Ενα πουλί από σκόνη ξεπετιέται

Το μύθο της αγάπης μας λαξεύω πάνω σε πυρόλιθο
Σε μια έρημο καταχωνιάζω το χρυσάφι των ονείρων μας
Το δάσος από σκόνη θα' ναι πάντα σκοτεινό
Αλλοίμονο! δεν έχει αφή αυτό το ρόδο από τη σκόνη

#

Εγώ ήμουν γεμάτος ερωτήματα και συ η μάγισσα
Πάνω στο τρίποδο τού χρόνου

Σού έφερα θυσία στο ονειροζώο μου
Και συ μού' δινες πίσω τον καπνό τής θύμησης

Ήταν ένα ελάφι στο μέτωπό σου χαραγμένο
Από τα πράσινά σου βάραθρα μού ερχόταν

Το τραγούδι που δεν ακούστηκε ποτέ
Γιατί χυνόμουν μες στα πύρινα βουνά σου;

Έχω ξεχάσει από καιρό τι έψαχνα να βρω:
Τον έρωτα ή τη γνώση
Ονειροχλόη
Yvan Goll
μτφ. Δ. Π. Παπαδίτσας
Στιγμή, 2002, σελ.41 & 31




Τα ποιήματα τού Yvan Goll "Μαλαισιακά Τραγούδια" σκηνοθετήθηκαν σε video από τον Κυριάκο Χατζημιχαηλίδη το 2000 για την παράσταση "Το Παραμύθι τού Έρωτα" το οποίο και βραβεύτηκε στο φεστιβάλ τής Καλαμάτας.


Τα εικαστικά αποτυπώματα είναι του Wolf Kahn

Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

Όπυ Ζούνη

Ο Με Τι δίδασκε να παρατηρούμε
τον χώρο σαν τη μορφή ύπαρξης
της ύλης
Bertolt Brecht
http://www.naftemporiki.gr/news/static/06/10/20/tz07b.jpg

ozouniP.jpg (7240 bytes)Η Όπυ Σαρπάκη Ζούνη γεννήθηκε το 1941 στο Κάιρο. Οι ρίζες της οικογένειάς της είναι στην Κρήτη και την Σαντορίνη. Από το 1963 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε
Ζωγραφική στο Κάιρο (1959-62) και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα (1963-68). Πραγματοποίησε περισσότερες από είκοσι ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και συμμετείχε σε περισσότερες από διακόσιες ομαδικές εκθέσεις.


Η ύπαρξη είναι χωρική δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τον άνθρωπο από τον χώρο. Ο χώρος δεν είναι ούτε εξωτερικό αντικείμενο ούτε εσωτερική εμπειρία"
Martin Heidegger
Είναι και Χρόνος
μτφ. Γιάννης Τζαβάρας
Δωδώνη, 1978

Ενδεικτική βιβλιογραφία για την Όπυ Ζούνη:

Μπόλης, Γιάννης
Όπυ Ζούνη
Ελληνικά Γράμματα, 2007.

Μπόλης, Γιάννης
Όπυ Ζούνη
Αδάμ Εκδοτική, 2006.

Όπυ Ζούνη: Διαδρομή τής ιδέας, διαδρομή τής μορφής 1961-2003
Παρατηρητής, 2003

Reni Berger , Pierre Restany , Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ κ.ά.
Όπυ Ζούνη = Opy Zouni
μετάφραση Ελένη Ταμβάκη , Κομνηνός Παπακυριάκου
Αδάμ - Πέργαμος, 1997.
http://www.msuskopje.org.mk/img/page/186.jpg

20 Χρόνια Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση : Εικαστικό αφιέρωμα: 10-17 Νοεμβρίου 1997, Γκάζι - κτίριο Δ7 / επιμέλεια Αντρέας Καράμπελας · ζωγραφική Αλέξανδρος , Γιώργος Βακιρτζής , Σπύρος Βασιλείου , Μάριος Βατζιάς , Ανδρέας Γκολφινόπουλος , Γιώργος Γκολφίνος , Περικλής Γουλάκος , Στέφανος Δασκαλάκης , Μαριλένα Ζαμπούρα , Πέτρος ΖουμπουλάκηςΌπυ Ζούνη , Ειρήνη Ηλιοπούλου , Χρήστος Καπράλος , Σαράντης Καραβούζης , Αντρέας Καράμπελας , Κυριάκος Κατζουράκης , Δημοσθένης Κοκκινίδης , Αλέξανδρος Κριτσέλης , Μέμος Μακρής , Κώστας Μάλαμος , Εύη Μελά , Γιάννης Μιγάδης , Ελένη Μιχαλακοπούλου , Γιάννης Μόραλης , Κλεοπάτρα Μουρσελά , Γιάννης Μουχασίρης , Μέντης Μποσταντζόγλου , Γιάννης Παπαγιάννης , Λιάνα Παπαϊωάννου , Άγγελος Ραζής , Παύλος Σάμιος , Χρήστος Σαρακατσιάνος , Βάλιας Σεμερτζίδης , Γιώργος Σικελιώτης , Βασίλης Σπεράντζας , Μελίνα Σταματίου , Στέργιος Στάμος , Α. Τάσσος (Αλεβίζος) , Παναγιώτης Τέτσης , Γιάννης Τσαρούχης. - Αθήνα : Πινακοθήκη της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, 1997.

''Παράλληλα, ορισμένες κατασκευές με αντικείμενα πειραματίζονται επάνω στο ανάγλυφο και την τρισδιάστατη κατασκευή, πολύ σύντομα ωστόσο θα κάνουν την εμφάνισή τους τα θέματα εκείνα που στην πλειονότητά τους αντλούνται από την αρχιτεκτονική. Και είναι ίσως αυτό το πλέον αυθεντικό στοιχείο συνάμα όμως και το πλέον συγκλονιστικό στο έργο της Όπυ Ζούνη…Πέρα από μία πρώτη μελέτη όπου η γεωμετρία, η καθαρότητα, η γαλήνια ακινησία μας συναρπάζουν και μας διαπερνούν σαν ένα είδος κάθαρσης, διακρίνουμε σιγά-σιγά τα ερωτήματα, τις ανησυχίες, τις αποκλίσεις, τις διφορούμενες κατασκευές που δεν μας αφήνουν πια…Εισερχόμαστε έτσι σ' έναν άλλο τομέα τον οποίο, με μεγάλη ευφυΐα και ιδιαίτερη ευαισθησία, η Όπυ Ζούνη απλά υπαινίσσεται...Για όσα Δε μπορεί κανείς να μιλάει, γι' αυτά πρέπει να σωπαίνει'' έλεγε ο Wittgenstein…Αυτή τη σιωπή, του σοφού που μπορεί να ακούσει την αρμονία, την ανομολόγητη τάξη του κόσμου και του πνεύματος, δεν βρίσκουμε άραγε στο έργο της Οπυ Ζούνη;»

Bernard Faushille
Διευθυντής του Μουσείου του Μontbeliard
Ιστορικός Τέχνης

http://www.cangelaris.com/images/artzoun01.jpg


Το έργο της Ζούνη εντυπωσιάζει. Τα φλογισμένα χρώματα και οι ασκητικές φόρμες δημιουργούν ένα ζωηρό και έντονο περιβάλλον, στο οποίο ο θεατής καλείται να προσδιορίσει την παρουσία του, αφού ολόγυρα ο χώρος αυξομειώνεται συνεχώς, ενώ την ίδια στιγμή η έλξη των έργων μαγνητίζει σάρκα και πνεύμα (...)
Και εδώ στη θεμελιώδη καλλιτεχνική της αρχή στρέφεται στη σοφία των αιώνων, αφού σε κάθε έργο της αντανακλάται ο ευκλείδειος χώρος της Αναγέννησης, η ψευδαίσθηση δηλαδή του απέραντου, την ίδια στιγμή που οι μελέτες των Λόζε, Ίτεν και Άλμπερς, με τη μορφή του διαλόγου της φόρμας με τη θερμοκρασία του χρώματος, αποτελούν μια από τις κυρίαρχες δομικές αρχές της δουλειάς της.

Χάρης Σαββόπουλος
Ιστορικός τέχνης
http://www.cycladic-m.gr/imagesopy/Photo-1.jpg

Η νοητική αφομοίωση είναι ο μετασχηματισμός των αντικειμένων σε σχήματα συμπεριφοράς. (...)
Η συνείδηση τού χώρου βασίζεται σε επιχειρησιακά σχήματα, δηλαδή σε εμπειρίες και αντικείμενα. Τα "σχήματα τού χώρου μπορεί να είναι πολλών ειδών και το άτομο συνήθως έχει περισσότερα από ένα "σχήματα" που τού επιτρέπουν μια ικανοποιητική αντίληψη των διαφόρων καταστάσεων. Τα "σχήματα" αυτά είναι προσδιορισμένα πολιτιστικά και περιέχουν ποιοτικές κατηγορίες που βγαίνουν από την ανάγκη για άμεσο προσανατολισμό στο περιβάλλον
Jean Piaget
The Psychology of intelligence
http://www.euran.com/GR/ozouni_9.jpg

Από το Σάββατο 11 Αυγούστου έως τις 23 Σεπτεμβρίου ατομική έκθεση τής Ζούνη στα Φηρά τής Σαντορίνης στο Ίδρυμα Λουκά & Ευάγγελου Μπελώνια.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2007

Χιροσίμα 1945


Η Kikue Komatsu ήταν 37 χρονών όταν η ατομική βόμβα έπεσε στη Χιροσίμα. Είδε αυτή τη σκηνή το πρωί της 7ης Αυγούστου του 1945, 550 μέτρα από το σημείο μηδέν. Ήταν 67 χρονών όταν ζωγράφισε τον πίνακα. Οι λέξεις πάνω στην εικόνα εξηγούν:

While searching for my daughter, I came across a mountain of corpses in a street of carnage. People had evidently rushed to plunge their faces in the water of a cistern, where they died with their arms around each other, clinging to the side. How they must have screamed for water. My heart aches for them. I clasp my hands in prayer.

Kikue Komatsu (1975)


6 Αυγούστου 1945, 8.15 π.μ.
Το βομβαρδιστικό Enola Gay πετώντας σε ύψος 30.000 πόδια απελευθερώνει την πρώτη ατομική βόμβα. Περιείχε 3.000 κιλά ουρανίου.

Η αλυσιδωτή αντίδραση που ακολούθησε είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν ακαριαία 70.000 άνθρωποι. Πολλοί επιζήσαντες συνεχίζουν να ζουν με τις συνέπειες...

Σαρωτική φωτιά με θερμοκρασίες των 300.000 Κελσίου σκοτώνει τους πάντες σε απόσταση 1.100 μέτρων.

Πυκνή μαύρη βροχή μετά από 20 λεπτά σε διάμετρο 29 χιλιομέτρων ποτίζει τα πάντα με ραδιενέργεια. Η θερμοκρασία έπεσε κατακόρυφα.

Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων κατ' εκτίμηση ανέρχεται στις 350.000 ζωές.

Tην έλεγαν "μικρό αγόρι". Πολύ μικρό για να προκαλέσει τέτοια καταστροφή...


Μαρτυρίες
Ήμουν 20 ετών όταν έγινε η επίθεση και σε λίγες ημέρες επρόκειτο να παντρευτώ. Τα συντρίμμια μου σύνθλιψαν το πόδι και τρεις ημέρες αργότερα ακρωτηριάστηκα. Χωρίς αναισθητικό. Θυμάμαι που στον πόλεμο τραγουδούσαμε "Εκατό εκατομμύρια άνθρωποι ενωμένοι, σα μια σφαίρα φωτιάς". Ομως όταν έπεσε η βόμβα, τα φορτηγά που έφθαναν για να βοηθήσουν προσπερνούσαν τα γυναικόπαιδα και έπαιρναν μόνο τους υγιείς άνδρες. Οι υπόλοιποι ήμασταν άχρηστοι. Τότε κατάλαβα στα αλήθεια τι ήταν ο πόλεμος.
Αργότερα έμαθα ότι ο αρραβωνιαστικός μου είχε σκοτωθεί. Δεν παντρεύτηκα ποτέ. Η ραδιενέργεια θεωρείτο μεταδοτική και πολλοί πίστευαν ότι οι γυναίκες που είχαν εκτεθεί θα γεννούσαν παραμορφωμένα παιδιά.

Σουζούκο Νουμάτα

Καθώς το ωστικό κύμα με παρέσυρε σα φτερό, κατάλαβα ότι επρόκειτο για βομβαρδισμό. "Αντίο μητέρα" ήταν η πρώτη σκέψη μου. Η μητέρα μου ήταν αυτή που με ανέσυρε από τα συντρίμμια με το πρόσωπό μου φουσκωμένο σα μπαλόνι και το δέρμα μου να κρέμεται σε ματωμένες λωρίδες. Είχα χάσει όλα μου τα μαλλιά και αιμορραγούσα ακατάσχετα. Το πρόσωπό μου ήταν τόσο φρικτά παραμορφωμένο που για πολύ καιρό το έκρυβα. Αν ήμουν μόνη σίγουρα θα είχα αυτοκτονήσει, αλλά η μητέρα μου, παρ΄ όλο που είχε κι εκείνη αρρωστήσει, ήταν κάθε ημέρα στο πλευρό μου και με φρόντιζε. Για χάρη της έμεινα ζωντανή, εκείνη μου το ζήτησε. Η μητέρα μου πέθανε το το 1979. Οταν την αποτέφρωσαν, στις στάχτες της βρέθηκαν θραύσματα γυαλιού, που έπειτα από τόσα χρόνια παρέμεναν σφηνωμένα στο κορμί της από τη δύναμη της έκρηξης.
Ζω με συνεχείς πόνους. Χρειάστηκε να αντιμετωπίσω τον καρκίνο του στήθους, την οστεοπόρωση και τη βαριά κατάθλιψη. Το σώμα μου πονάει, ναι, αλλά είναι πιο οδυνηρό να θυμάμαι όσα είδα εκείνη τη μέρα. Παρ' όλα αυτά αισθάνομαι ότι είναι χρέος μου.
Μισίκο Γιαμαόκα

Οι μαρτυρίες από το "Κ" της Καθημερινής τευχ.113, 31/7/2005


Ακόμη και σήμερα 62 χρόνια μετά τον πύρινο εφιάλτη όλα μοιάζουν τόσο επισφαλή... Οι μνήμες αυτές μάς θυμίζουν ότι το παζλ μπορεί σε κάθε στιγμή να συμπλωθεί. Αρκεί ένας ανασφαλής πρόεδρος, τότε το έλεγαν Τρούμαν, μια ρατσιστική ρητορική, τότε τους έλεγαν κιτρινιάρηδες και μια εμμονή στην άρνηση τής συνεργασίας, τότε τον έλεγαν θεό - αυτοκράτορα!

Κυριακή 5 Αυγούστου 2007

Pierre Bonnard

"Αυτός που τραγουδά, δεν είν' απαραίτητα κι ευτυχισμένος"
Pierre Bonnard, 17/1/1944

Η σύζυγός του Μάρθα
αρωματίζεται μετά το μπάνιο της

Pierre Bonnard γεννημένος στο Παρίσι το 1876, βασικό στέλεχος της αβάν γκαρντ, βραβευμένος και επιτυχημένος ακόμη και στη διαφήμιση.
Στο έργο του αποτυπώνονται ιμπρεσιονιστικά στοιχεία, όπως το ενδιαφέρον του για την επίδραση τού φωτός.
Μαζί με το φίλο του Edouard Vuillard ήταν μέλη της ομάδας Nabis (στα εβραϊκά " προφήτες"), ένα ξεκίνημα μιας νέας ζωγραφικής, αντιρεαλιστικής με τάση για σχηματοποήση και καθαρά συμβολικά στοχεία. Εμπνέονταν από έργα ζωγραφικής των Paul Gauguin και Claude Monet και παρουσίασαν έργα με τεχνικές που παίζουν με τα χρώματα και τα περιγράμματα όπου το ένα διαλύεται μέσα στο άλλο.
Γνωριζόταν με τον Picasso, ο οποίος με το άκουσμα τού ονόματος Bonnard εκνευριζόταν: «Μη μου μιλάτε για τον Bonnard. Αυτό που κάνει δεν είναι ζωγραφική, είναι ένα ποτ πουρί αναποφασιστικότητας... Δεν ξέρει πώς να διαλέξει. Βλέπει τον ουρανό και τον φτιάχνει γαλάζιο, λίγο πολύ όπως είναι. Μετά βλέπει και λίγο μοβ. Και βάζει μία - δύο πινελιές μοβ. Μα να είναι λιγάκι ροζ παραπέρα. Και σκέφτεται: "Γιατί να μη βάλω και μια ιδέα ροζ...". Μα αυτό είναι ένα ποτ πουρί αναποφασιστικότητας». Και πραγματικά ο Bonnard δεν άφηνε τους πίνακές του ήσυχους. Τους «σκάλιζε» δύο και τρία χρόνια αφού τους είχε τελειώσει. Μάλιστα μια φορά έπεισε τον φίλο του τον Βιγιάρ να αποσπάσει την προσοχή του φύλακα σε κάποιο μουσείο που είχε έναν πίνακά του για να τον «ρετουσάρει λιγάκι», επειδή δεν τον είχε δει επί πολλά χρόνια.
Εκπροσώπησε τη χαρακτηριστική γαλλική joie de vivre κι ο κόσμος του, γεμάτος ωραίες γυναίκες και διασκέδαση, αποτελούσε τον καθρέφτη της καθημερινότητας της Γαλλικής Μπουρζουαζίας.
Η στροφή στη ζωή και το έργο του ήταν η Μάρθα-γυναίκα μυστήριο- και η εγκατάστασή τους στο Λε Κανέ, πάνω από τις Κάννες. Λιγο προτού εγκαταλείψουν το Παρίσι την παντρεύτηκε και μόνο τότε έμαθε το πραγματικό της όνομά και την ηλικία της. Στις 27 Ιανουαρίου 1926, σε ηλικία 60 ετών, εγκαταστάθηκαν στη βίλα Ντυ Μποσκέ, σ' ένα διώροφο σπιτάκι με πορτοκαλιές στον κήπο του. Το καλύτερο μέρος του έργου του έμελλε να ακολουθήσει.
Ο Bonnard, αναρχικός στα νιάτα του, με την τέχνη τού χαμαιλέοντα μεταμορφώθηκε σε έναν ακόμη απρόσωπο ηλικιωμένο, με τα στρογγυλά γυαλάκια του, ένα μουστακάκι α λα Τσάρλι Τσάπλιν, χάθηκε ανάμεσα στους υπόλοιπους μικροαστούς. Τη μεταμφίεσή του είχε καταγράψει ο διάσημος φωτογράφος Henri Cartier Bresson το 1944.
H Μάρθα επέμενε στην πολυτέλεια ενός μπάνιου με όλες τις τότε ανέσεις. Εγκατέστησε στο φωτεινό δωμάτιο μια μπανιέρα λευκή με ποδαράκια και έναν μπιντέ, χωρίς ίσως να υποπτεύεται ότι εκεί μέσα θα τη ζωγράφιζε δεκάδες φορές, στην αρχή σαν μια αισθησιακή καλλονή με περήφανο νεανικό κορμί και πολύ αργότερα, όταν ήταν πια 70άρα, με ένα ακαθόριστο σώμα μέσα σε σκοτεινή μπανιέρα που έμοιαζε με φέρετρο...
Ένιωθε μια βαθιά μελαγχολία, απόμακρος από τη φύση, που έσφυζε από ζωντάνια και χρώματα, τα οποία όμως με αγάπη και απόλυτα πιστά τα έβαζε στο καναβάτσο, αλλά πάντα μακριά από αυτόν: μεσολαβούσε κάποια μπαλκονόπορτα, ένα παράθυρο ή τα κάγκελα της βεράντας ανάμεσα σε αυτόν και στον «επίγειο παράδεισο» που τόσο είχε πασχίσει να βρει και στη συνέχεια να φέρει στα μέτρα του. Ο παλμός της μελαγχολικής περιόδου είναι ίσως το «πετράδι στο στέμμα» του έργου του. Μέσα από το ατελιέ του ή την τραπεζαρία του μας δίνει τις εποχές του χρόνου, τις ώρες της ημέρας. Ενα - δύο έργα του φτιαγμένα στο μπάνιο δίνουν την αίσθηση της λαμπρής λιακάδας και της ανυπόφορης ζέστης στο καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Αλλά ακόμη πιο λαμπρά είναι τα διάφορα πορτρέτα και τα γυμνά της Μάρθας.
Το κύριο εργαλείο με το οποίο επιχειρεί να μεταδώσει το πέρασμα του χρόνου από πάνω του καθώς και το πώς νιώθει είναι μια σειρά από αυτοπροσωπογραφίες του μπροστά από κάποιον καθρέφτη, της κρεβατοκάμαρας ή του μπάνιου, για να είναι σίγουρος ­ έχει και στη βάση τα διάφορα μπουκαλάκια με κολόνια κλπ. Καθώς περνάνε τα χρόνια το πρόσωπό του γίνεται σκούρο, κοκκινωπό ή, σε μια περίπτωση, άσπρο. Το κρανίο του δείχνει γυμνό και στο τελευταίο πορτρέτο του, ένα μόλις χρόνο προτού πεθάνει, δεν έχει ούτε μάτια ούτε αφτιά.

Το 1942 πεθαίνει η Μάρθα. Παρά τον πόνο και την κλονισμένη του υγεία, εξακολουθεί να ζωγραφίζει με πάθος. Στις 23 Ιανουαρίου του 1947 πεθαίνει κι ο ίδιος, σ' ηλικία 80 ετών.
Ο Bonnard εκτός από ζωγράφος υπήρξε κι εξαίρετος λιθογράφος. Χρησιμοποίησε με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία τα χρώματα στα χαρακτικά του.Στην τελευταία του δουλειά ανήκει και η εικονογράφηση παλιών επιστολών του, που δημοσιεύτηκαν το 1944 με το τίτλο: "Correspondances. formes et coulers"


"Κανένας καλλιτέχνης περισσότερο από τον
Pierre Bonnard δεν μπορεί να δώσει το μέτρο της τεράστιας επίδρασης που είχε η γαλλική τέχνη των πρώτων δεκαετιών του 1900 η φιλοσοφική σκέψη του Henri Bergson, με στόχο της να εξηγήσει τις διεργασίες της εσωτερικής ζωής, τη βαθύτερη έννοια του χρόνου, της μνήμης, της φαντασίας, της ύλης: κι αυτό εξηγεί γιατί αξίζει στον Pierre Bonnard μια θέση στην ιστορία της ζωγραφικής, παρόμοια πολύ μ εκείνην που έχει ο Marcel Proust στην ιστορία της λογοτεχνίας"
Giulio Carlo Argan
Η Μοντέρνα Τέχνη
μτφ. Λίνα Παπαδημήτρη
Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1998, σελ. 164



Τo Μουσείο Cantini της Μασσαλίας φιλοξενεί την έκθεση Dessins de Pierre Bonnard έως 2 Σεπτεμβρίου.

Σάββατο 4 Αυγούστου 2007

Jean Genet


Η αγάπη αυτή - που είναι σχεδόν απελπισμός,
όμως και απαλή πολύ - η αγάπη αυτή
που χρωστάς να προσφέρεις προς το σκοινί σου,
θα είναι τόσο κραταιά όσο κραταιό δείχνεται
και το σκοινί για να σε βαστάξει.
Έχω γνωριμία με τα άψυχα · γνωρίζω, είναι δόλια
και ατιθάσευτα. Όμως γνωρίζω
και πόσο ξέρουν να σου λένε το ευχαριστώ τους.
Μόνο του το σκοινί ήταν στον Άδη νεκρό·
ή δίχως λαλιά, αν προτιμάς· και δίχως όραση.
Φτάνεις εσύ; Ανασταίνεται και γίνεται λάλο.
Jean Genet
Ο σκοινοβάτης

μτφ. Παύλος Μάτεσις

Ηλέκτρα 2007, σελ. 17



















Και η πληγή σου; Πού; Με περιτρέχει απορία,
πού κατοικεί, πού κρύβεται η μυστική πληγή,

όπου προσφεύγει καθένας μας,

όταν επιβουλεύονται την έπαρσή του,
όταν τον πληγώνουν; Αυτή η πληγή

-που έτσι γίνεται ο ένδον κριτής- θα γίνει όγκος
κακός και θα κυριέψει τον χώρο.

Καθένα γνωρίζει πώς να την ενσαρκωθεί
μέχρι να γίνει ο ίδιος αυτή η πληγή,
κάτι σαν καρδιά λαθραία και βασανιζόμενη.

Jean Genet
Ο σκοινοβάτης
μτφ. Παύλος Μάτεσις

Ηλέκτρα 2007, σελ. 25

Ο Σκοινοβάτης, το λογοτεχνικό ξέσπασμα του Ζενέ στα τέλη στης δεκαετίας του 1950, οφείλεται εν μέρει στο πάθος του για τον νεαρό Γερμανο-αλγερινό εκπαιδευτή αλόγων τσίρκου, Αμπντάλα Μπενταγά.

Ο σκοινοβάτης είναι πάντα έτοιμος να ερμηνεύσει τον έρωτα, την τέχνη, την παραμικρή σχέση πάθους μιας ψυχής με κάτι το άψυχο.

... Κάθε λέξη προκαλεί στον αναγνώστησε μια προσωπικη τελετή σκοινοβασίας, όπου η ισορροπία παίρνει τη μορφή μιας πάλης με την ασύστατη ιδέα πώς το σώμα μπορεί να είναι η κόλαση της ψυχής.

Γιώργος Μπλάνας
Από τον πρόλογο τού βιβλίου

Μια πομπή προς την ενδοχώρα της ύπαρξης, τελετουργική και επίσημη, αυτό ήταν και είναι το αιτούμενο στην παράσταση του Σκοινοβάτη.

Από το Θέατρο Χυτήριο, όπου ανέβηκε η παράσταση

..

Jean Genet. Ο Ζαν Ζενέ γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 19 Δεκεμβρίου του 1910. Η μητέρα του τον εγκατέλειψε, αμέσως μετά την γέννησή του, και μεγάλωσε με θετούς γονείς. Σε ηλικία δέκα ετών κατηγορείται για κλοπή και έκτοτε θα κινείται μεταξύ υποκόσμου και φυλακών, γεγονός που θα καθορίσει και το χρώμα του λογοτεχνικού έργου του. Το 1938 ευρισκόμενος σε στρατιωτική φυλακή, γράφει το πρώτο μυθιστόρημά του, την Παναγιά των Λουλουδιών, το οποίο θα ξεχωρίσουν και θα εκδώσουν οι Ζαν Κοκτώ και Ζαν Πωλ Σαρτρ. Κορυφαίοι Γάλλοι διανοούμενοι θα τον υποστηρίξουν και ο Ζενέ, παρά το γεγονός πως συνέχιζε να ζει επικίνδυνα, θα ξεδιπλώσει ένα σημαντικό πεζογραφικό, θεατρικό και δοκιμιακό έργο. Ομοφυλόφιλοι, πόρνες, κλέφτες και παράνομοι κινούνται σε μικρούς κλειστοφοβικούς κύκλους. Εκφράζουν την μοναξιά και την απελπισία ανθρώπων που προσπαθούν να διαφύγουν προς ένα άγνωστο μέλλον πέφτοντας συνεχώς πάνω σε παραμορφωτικά κάτοπτρα. Σύντομα, τα μυθιστορήματά του: Το Θαύμα του Ρόδου, Ο Καβγατζής της Βρέστης, Το Ημερολόγιο Ενός Κλέφτη, Επιτάφιες Σπονδές, Ο Αιχμάλωτος του Έρωτα, και τα θεατρικά έργα του: Υψηλή Εποπτεία, Το Μπαλκόνι, Οι Νέγροι, Τα Παραβάν, Οι Δούλες, τα τον φέρουν στην κορυφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Ζενέ πέθανε στις 15 Απριλίου του 1986. Έπασχε από καρκίνο του λάρυγγα, αλλά ο θάνατός του προήλθε από μοιραία πτώση στο πάτωμα. Αναπαύεται στο ισπανικό κοιμητήριο, κοντά στο Larache του Μαρόκου.


Τίτλοι στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ:

  • (2007) Ο σκοινοβάτης , Ηλέκτρα
  • (2006) Ο σκοινοβάτης , Καστανιώτη
  • (2006) Οι δούλες , Ύψιλον
  • (1999) Το μπαλκόνι , Ύψιλον
  • (1996) Ο σκοινοβάτης , Καστανιώτη
  • (1994) Η Παναγία των λουλουδιών , Εξάντας
  • (1994) Το ημερολόγιο ενός κλέφτη , Εξάντας
  • (1992) Ο σκοινοβάτης , Καστανιώτη
  • (1989) Αποσπάσματα... , Ύψιλον
  • (1989) Το εργαστήρι του Αλμπέρτο Τζακομέττι , Ύψιλον
  • (1988) Αιχμάλωτος του έρωτα , Εξάντας
  • Οι νέγροι , Δωδώνη

  • «Στον κόσμο υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ παρά ένας και μόνον άνθρωπος. Είναι ολόκληρος μέσα στον καθένα από μας, άρα είναι εμείς οι ίδιοι. Καθένας είναι ο άλλος και οι άλλοι. [...] Μόνο που ένα φαινόμενο που ούτε το όνομά του καν δεν γνωρίζω, μοιάζει να διαιρεί στο άπειρο αυτόν τον μοναδικό άνθρωπο, τον κομματιάζει φαινομενικά μές στο τυχαίο και μες στη μορφή, και καθιστά ξένο σε μας τους ίδιους καθένα απ’ τα κομμάτια.»



    "Ο Ρέμπραντ! Αυτό το αυστηρό δάχτυλο που παραμερίζει τα χρυσαφια δέρματα και δίχνει... τι; Μιαν ατέλειωτη μια καταχθόνια διαφάνεια."

    «Ό,τι απόμεινε από έναν Ρέμπραντ σχισμένο σε μικρά τετράγωνα εντελώς κανονικά και πεταμένο στη χέστρα»
    μετ. Δαμιανού Κωνσταντινίδη
    Εντευκτήριο τευχ. 74, σελ19

    Πέμπτη 2 Αυγούστου 2007

    Bergman - Antonioni - Mühe

    Θάνατος: Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέφτονται ούτε τον θάνατο, ούτε τη μηδαμινότητα.
    Antonius Block: Αλλά μια μέρα, στέκεσαι στην άκρη της ζωής και αντικρίζεις το σκοτάδι.
    Θάνατος: Εκείνη τη μέρα.
    "Η ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ" (1957)

    INGMAR BERGMAN
    14 / 07 / 1918 - 30 / 07 / 2007


    "Υπάρχει πάντα μια διαρκής πάλη μέσα μου ανάμεσα στην ανάγκη μου να καταστρέψω και στη θέλησή μου να ζήσω. Kι αυτό δημιουργεί μία εσωτερική ένταση που κυριαρχεί και στον τρόπο που δημιουργώ και στην υλική μου ύπαρξη. Κάθε πρωί ξυπνώ με μια καινούρια οργή, μια καινούρια καχυποψία, μια καινούρια λαχτάρα για τη ζωή"
    INGMAR BERGMAN

    INGMAR BERGMAN - "Η έβδομη σφραγίδα"




    MICHELANGELO ANTONIONI
    29 / 09 / 1912 - 30 / 07 / 2007



    "I am neither a sociologist nor a politician. All I can do is imagine for myself what the future will be like."
    MICHELANGELO ANTONIONI

    MICHELANGELO ANTONIONI "Η έκλειψη"



    Ulrich Mühe 20.06.1953 - 22.07.2007













    Η σχέση του με την ταινία "Οι ζωές τών άλλων", που τον έκανε γνωστό, ήταν εν μέρει αυτοβιογραφική, αφού κατηγόρησε την πρώην σύζυγό του ότι τον κατασκόπευε στη Στάζι πριν την πτώση του Τείχους. Αυτός ο ίδιος το ανακάλυψε όταν άνοιξαν στο κοινό τα αρχεία της οργάνωσης.


    Das Leben der Anderen



    Verra la morte e avra i tuoi occhi

    Ο θάνατος θα' ρθει και θα'χει τα μάτια σου-
    αυτός ο θάνατος που μάς συντροφεύει
    απ' το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
    κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
    ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
    θα'ναι μια άδεια λέξη,
    κραυγή που έσβησε, σιωπή.
    Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
    όταν μονάχη σκύβεις
    στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
    αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
    πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.

    Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
    Ο θάνατος θα'ρθει και θα'χει τα μάτια σου.
    Θα'ναι σαν ν'αφήνεις μια συνήθεια,
    σαν ν' αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
    να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
    σαν ν' ακούς ένα κλειστό στόμα.
    Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.

    Cesare Pavese
    Ο Θάνατος θα'ρθει και θα'χει τα μάτια σου
    μτφ. Σωτήρης Τριβιζάς
    Καστανιώτη, 1997, σελ. 35

    Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

    «Οπως το φάντασμα της όπερας θα συνεχίσουμε να στοιχειώνουμε το χώρο των μεγάλων προσδοκιών μας (οι ποιητές). Ποιος ξέρει αν, μεταξύ της ντροπής για την ύπαρξη και του πείσματος να υπάρχεις, μεταξύ της πενίας των υλικών και του πλούτου των επιθυμιών μας,αν, κάτω από βομβαρδισμένες γέφυρες ή πάνω από ουρανοξύστες, δεν δώσουμε ­ οι άπειρες, σχιζοειδείς στρατιές των ελασσόνων ­ μια ευκαιρία στη μεγαλοφυΐα λίγο νωρίτερα απ' ό,τι στην καταστροφή»
    Δήμητρα Χ.Χριστοδούλου
    "Το φάντασμα της όπερας"
    Περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ τευχ. 14. σελ. 138



    ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΣ

    Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός,
    Των επίκτητων αποθερισμός,
    Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:
    Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.

    Αλλά ως ουρανός διαφέρω.

    Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:
    Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,

    Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.
    Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
    Λιμός
    Νεφέλη, 2007


    Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Εργάζεται ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει ως τώρα εννέα βιβλία ποίησης και ένα με πεζά κείμενα. Δουλειά της έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες ποίησης.

    Συνέντευξη: "
    Η ποίηση αποτελεί μια ζωή δικαιότερη απ την πραγματική. Γι αυτό πιο αντάξια του ανθρώπου"
    Εφημερίδα Η Αυγή 30/10/1997

    Τίτλοι στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ:

  • (2007) Λιμός , Νεφέλη
  • (2005) Ελάχιστα πριν , Νεφέλη
  • (1999) Προς τα κάτω , Νεφέλη
  • (1997) Φορτίο , Καστανιώτη
  • (1996) Ακτή στο φως του χειμώνα , Καστανιώτη
  • (1995) Το κυπαρίσσι των εργατικών , Καστανιώτη
  • (1991) Η προσευχή του αναιδούς , Καστανιώτη
  • (1985) Χώμα , Κέδρος
  • (1979) Ηγησώ , Τυπογραφείο "Κείμενα"

  • Από τις χαρακτηριστικές και διακριτές φωνές της γενιάς του ΄70. Γερής στόφας ποιήτρια, κτίζει από συλλογή σε συλλογή το ιδιόμορφο ποιητικό της σύμπαν προσπαθώντας να διασώσει μέσα από στέρεα και άκρως θελκτικά λεκτικά αρχιτεκτονήματα ένα ίχνος ομορφιάς. Η κριτική λανθασμένα θεωρεί την ποίησή της «φυσιολατρική». Αν και στις πρώτες της συλλογές υπάρχει έντονη παρουσία του φυσικού στοιχείου, αυτό λειτουργεί μάλλον ως «σκηνικό» που υπογραμμίζει την απουσία αυθεντικού νοήματος. Οι άνθρωποι κινούνται, όπως οι μαριονέτες του Κλάιστ, σ΄ ένα αρμονικό και εκθαμβωτικό στη λάμψη του φυσικό περιβάλλον, το οποίο, ωστόσο, μεταβάλλεται διαρκώς, παραμένοντας αδιάφορο στις προθέσεις και τις ανάγκες τους. Η πορεία της στα γράμματα δείχνει ένα πνεύμα που καθώς αλλάζει και ωριμάζει μες στον χρόνο αποδέχεται με στωικότητα και τόλμη, αλλά και χιούμορ και αυτοσαρκασμό, την περιχαράκωσή του και την αδυνατότητα κάποιας ηρωικής εξόδου από αυτήν την πλαστή συνθήκη. Το μόνο που απομένει είναι η ποιότητα της συγκίνησης και η προσπάθεια να κρυσταλλωθεί μέσα σε γλώσσα απέριττη και διαυγή, με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες. Η ποίηση για τη Χριστοδούλου, σε αντίθεση με τη ζωή, είναι μαγεία απαλλαγμένη από το ψέμα ότι είναι αλήθεια.
    Χάρης Βλαβιανός
    ΣΤΙΧΟ-ΜΥΘΙΕΣ
    Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 17/7/2007


    ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

    ΙΙΙ. (Πρόπλασμα για τη μάσκα της)

    Απλώνεις απαλά τη μαρμαρόσκονη
    Με το δέρμα το ζεστό να δέσει,
    Και με την κίνηση που αλλάζουμε σελίδα
    Την αφαιρείς, για να δεις την αλήθεια:
    Βλέφαρα που ανοίγουν στο βυθό.
    Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
    Λιμός
    Νεφέλη, 2007

    Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου ήταν και εξακολουθεί να είναι ποίηση του βάθους· «έκθεση», θα μπορούσα να πω κοιτασμάτων που ανασύρει, κατερχόμενη τα απώτατα βάθη της ύπαρξής της, υποκινημένη, κάθε φορά, από κάποιες αιφνίδιες εκλάμψεις, από «όλο και κάποια έναστρη εξέγερση» που «πυροδοτεί την ανυπακοή της». Αλλά κοιτασμάτων κατεργασμένων, κατευνασμένων θα έλεγα από έναν λόγο νηφάλιο και πράο στην εκφορά του, αν και συχνά δεν μπορεί να «καλύψει» την κραυγή της απόγνωσης, στα σπλάχνα της οποίας επωάστηκε. Πρόκειται για έναν λόγο εντελώς ιδιαίτερο, έτσι καθώς διατυπώνεται - εκδιπλώνεται σαν προστατευτικός του δονούμενου σώματος και της ακατάπαυστα ταλανιζόμενης σκέψης του ποιητικού υποκειμένου. Χωρίς να είναι χαμηλόφωνος, ελάχιστα απέχει από τη σιωπή· σχεδόν την αγγίζει, ενστερνίζεται την επίφοβη αμφισημία της και είναι φορές που, θερμαινόμενος απ' αυτήν, αποκτά κάτι από την υφή του ονείρου.
    Κώστας Γ. Παπαγεωργίου
    Εφημερίδα Ελευθεροτυπία

    ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 20/07/2007


    ΕΚΔΟΧΗ

    Συνετός άνθρωπος και νά 'ναι εκτός εαυτού;
    Μέρες που είναι, θα το δούμε κι αυτό.
    Να βγάζει και να πετά το σακάκι του,
    Ν' αδειάζει μες στο δρόμο τις τσέπες
    Και να εξατμίζεται εντός δευτερολέπτων
    Σαν να ήταν από πτητική μελάνη.
    Κι αυτό θα δούμε κι άλλα.

    Τη βροχή να μένει ακίνητη πάνω απ' τη χώρα,
    Τα υδάτινα καρφιά της μετέωρα
    πάνω από τον βρυχηθμό της πνοής μας.

    Τα κρύα προβατάκια των άστρων
    να βόσκουνε μια τέτοια βροχή
    Και ο μονόφθαλμος ο παρατηρητής των πάντων
    Να κλείνει πια το τερατώδες του βλέφαρο.
    Ετσι μπορεί να τελειώσουν όλα.
    Και ν' απομείνουμε εκεί που ήμασταν πάντα:
    Βλάκες γλυκά αποσβολωμένοι
    Μες στο Χάος.
    Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
    Λιμός
    Νεφέλη, 2007

    Εξαιρετική εξάλλου είναι όλη η ποιητική συλλογή που περιέχει το συγκεκριμένο ποίημα: επιγράφεται «Λιμός» (εκδόσεις «Νεφέλη», 2007) και ανήκει στη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου. Οι επτά προηγούμενες συλλογές της οποίας (από το 1974 έως το 2005) ανέδειξαν υψηλή ποιητική στάθμη, που τώρα ωστόσο υπερβαίνεται.
    Δ. Ν. Μαρωνίτης
    Απολίτιστα μονοτονικά
    Εφημερίδα, Το Βήμα, 17/6/2007


    ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

    Εδώ είμαι, στο σπιτάκι του σκύλου.
    Τρώω χώμα, πίνω φόβο,
    Καμιά φορά κοιτάζω τ’ άστρα.
    Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά.
    Κι αν τα γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον
    Άλλος τρόπος να γράψω στίχους


    ΦΩΣ

    Να γίνουμε σοφοί σημαίνει
    Μια δυνατότητα αρώματος
    Κατά την εκπνοή.

    Την τελευταία.

    Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
    Ελάχιστα Πριν
    Νεφέλη, 2005


    ...Το ποιητικό τοπίο της Δήμτρας Χ. Χριστοδούλου είναι χοϊκό: τα πρόσωπα και τα πράγματα έχουν σπάσει κι έχουν πέσει στο χώμα, και το χώμα τα έχει απορροφήσει σιγά σιγά, τα έχει καταπιεί, αλλά και τα έχει κάνει κομμάτι της ύλης του - κι αν κάτι απομένει από την ύπαρξη και την υπόστασή τους, τούτο είναι μια χαμηλή, σχεδόν υπόκωφη φωνή, που επί ματαίω αγωνίζεται να συγκρατήσειένα ίχνος του κόσμου στη γλώσσα της. Ένα τέτοι τοπίο είναι , βέβαια, δύσκολο να μεταμορφωθεί και ν' αλλάξει. Μπορεί, παρ' όλα αυτά, να εμφανιστεί με κάποια νέα στοιχεία, επιζητώντας μιαν υπόγεια ανακατάταξη των δεδομενων του τροποποιώντας διακρικτικά την κεντρική εσωτερική δομή του...
    Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
    ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, τευχ. 70, σελ. 113

    Είναι ο μονόλογος ενός ρηξικέλευθου, πολύπαθου και πολύτροπου συγκατοίκου μας στο κελί του κόσμου. Οι ετυμηγορίες του αποτεφρώνουν ό,τι έμαθε τα προηγούμενα χρόνια να θεωρεί εκ των προτέρων υψιπετές, σοφό και αναγκαίο. Στο "Φως" ανατρέπεται ριζικά η όλη γνωσιολογική τάξη. Η αποκαθήλωση είναι συνειδητή και γι' αυτό οριακή. Το ψεύδος της πολιτισμικής αλήθειας ξεσκεπάζεται.

    ΔΥΟ ΚΥΡΙΕΣ

    Δεν έχω να βαδίσω αλλού
    Παρά μόνο πάνω στα βήματά μου.
    Έχουν από ώρα γυρίσει πίσω.
    Άλλα -τώρα δα- ξεκινάνε.
    Πάντα βαδίζει γύρω μου
    Ο εαυτός μου.

    Αλλά εσύ, μουσική, φοράς πούπουλα.
    Δεν γράφεις χνάρι στον αέρα.
    Κανείς ποτέ δεν θα μάθει
    Τους περιπάτους μας.
    Δήμητρα Χριστοδούλου
    Φορτίο
    Καστανίωτη, 1997

    ...Η πρόσφατη (1997) ποιητική συλλογή Φορτίο της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου αποτελεί έργο ωριμότητας, το οποίο προεκτείνει και αναπτύσσει τη θεματική και καλλιτεχνική αναζήτηση των προηγουμένων βιβλίων της. Η ποιητική έμπνευση μεταφέρει το βάρος μιας ώριμης συνείδησης η οποία επιδιώκει να τοποθετήσει "το κέντημα της φαντασίας πάνω στο υλικό της φύσης" και αποκαλύπτει "μια πρωτόφαντη ομορφιά που δεν είναι ίσως παρά η αντανάκλαση των γύρω πραγμάτων στη συνείδηση της ποιήτριας…
    Στυλιανή Παντελιά
    Περιοδικό ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ, τεύχ. 85


    Κι άλλα τσιμπολογήματα...

    Για το κυπαρίσσι των εργατικών

    …Τα σαράντα τέσσερα ποιήματα που τη συνθέτουν - κάποια από αυτά πεζόμορφα - δικαιώνουν ακόμα μια φορά τις αισιόδοξες προσδοκίες του αναγνωστικού της κοινού. Παρόλο που ο θεματικός κύκλος της ποιήτριας δεν παρουσίασε έως σήμερα ίχνος στατικότητας, κάποια αόρατα νήματα συνδέουν διακριτικά τους τελευταίους σταθμούς της πορείας της. Το γήινο στοιχείο επικρατεί κυριαρχικά πάνω στους υπαρξιακούς προβληματισμούς της, με αποτέλεσμα η κάθε εικόνα του άμεσου ή έμμεσου περίγυρού της να μην περιορίζεται στο σκηνογραφικό της ρόλο, αλλά να συμπράττει και να δίνει ένταση στους κραδασμούς της ανθρώπινης αγωνίας…
    Αλλά η μεγαλύτερη ίσως αρετή της ποιήτριας εδράζεται στην ικανότητα, να μην αφήνει ανεξέλεγκτη τη συγκινησιακή της φόρτιση. Θέματα όπως η φθορά, ο θάνατος, οι καθημερινές ή και οι μεταφυσικές ακόμα αγωνίες, διυλίζονται εξαντλητικά, έτσι ώστε μόνο η υποψία της οσμής των να φθάνει στην αντίληψή μας…

    Είναι βέβαιο πια ότι η ποιήτρια, σε κάθε καινούργιο βήμα χρησιμοποιεί την πείρα των έως τώρα κατακτήσεών της και ίσως εκεί να οφείλεται η σταθερά ανοδική της πορεία…

    Τάκης Μενδράκος

    Εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 6-10-1995

    Για το κυπαρίσσι των εργατικών

    …Οι καινούριοι στίχοι της Δ. Χριστοδούλου αναμετριούνται - όπως και τα παλαιότερα επιτεύγματα της ποιήτριας άλλωστε - με την παράδοση και τη μοντερνικότητα σε γόνιμο αγώνα. Τολμηρές λυρικές συλλήψεις σε τόνους μινόρε και εικόνες θρησκευτικής μεν καταγωγής, πλην όμως άρδην αιρετικές - αιρετικές ακόμα και για τις μέρες μας, τις τόσο χορτασμένες από "αποκαθηλώσεις" - που αγκαλιάζουν έρρυθμα το σύμπαν των ήχων και απηχήσεων, από όπου ξεπηδάει η ατόφια ποίηση, συντίθενται στις σελίδες, της συλλογής σε ρήματα όντως καινοφανή για τα ελληνικά γράμματα…

    Γιώργος Κεντρωτής
    Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, τεύχ. 355

    Για το προς τα κάτω

    …Στο τελευταίο της βιβλίο που επιγράφεται, όχι τυχαία, "ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ", η ποιήτρια συνθέτει ένα σπονδυλωτό "σκηνικό ποίημα", με την έννοια ότι αυτό "ντύνεται" με κάποια υποτυπώδη σκηνογραφικά στοιχεία. Η ηρωίδα του είναι μια γυναίκα που οδεύει προς το γήρας, και αναμετριέται με το χρόνο, τη συναισθηματική φθορά, τους έρωτες που πέρασαν, το μέλλον που δεν έχει μέλλον! Αυτή η γενναία αναμέτρησή της παίρνει τη μορφή μιας αποχαιρετιστήριας επιστολής με πιθανό παραλήπτη τον αναγνώστη και είναι γραμμένη με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου. Ωστόσο δεν πρόκειται για μια "επιστολή' νοσταλγική αλλά βαθύτατα στοχαστική, τρυφερά συγκινητική, με υψηλούς λυρικούς και τραγικούς τόνους.

    Έλενα Χουζούρη
    Περιοδικό ITHACA, τεύχ. 3

    Για το προς τα κάτω

    Η Δ.Χ. Χριστοδούλου προτείνει εδώ, με ρηματική συνέπεια κι ευελιξία, μία ακόμη γενναία επανεξέταση στοιχείων του ηρακλείτειου σάρματος, ορισμένων δηλαδή σημασιολογικά διφορούμενων, δήθεν ευκαταφρόνητων υλικών του καθ' ημέραν βίου. Η λεκτική ευγένεια, η ακριβολογία που αγγίζει ενίοτε τα όρια της απόλυτης πιστότητας, η ανάδειξη του ευτελούς σε διαχρονική αξία, η υποβλητική χωροταξία και ο υπαινικτικός, διακριτικός πάντα ποιητικός λόγος συνιστούν τα κύρια γνωρίσματα της γραφής αυτής, που θέλησε να αυτοπροσδιοριστεί μ' έναν επαγωγικό, μεταλυρικό τρόπο.

    Γιώργης Βέης
    Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τευχ.57


    "Το να αισθάνεται κάποιος αναίσχυντος, επειδή αντιλαμβάνεται ότι έχει πεθάνει, είναι ίσως το τελευταίο οχυρό της αξιοπρέπειάς του. Ένας αταβιστικός ρομαντισμός, μια γραμμένη στα χρωμοσώματα τύψη; Μάλλον μια αποφασιστική βουτιά μες στην Τρύπα, που έσκαψε με τα δάχτυλά του στο κούτελο φτάνοντας μετά δυό χιλάδες χρόνια στο τέλος ενός επαγωγικού συλλογισμού"

    Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
    "Το φάντασμα της όπερας"
    Περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ τευχ. 14. σελ. 136