Κυριακή, 5 Αυγούστου 2007

Pierre Bonnard

"Αυτός που τραγουδά, δεν είν' απαραίτητα κι ευτυχισμένος"
Pierre Bonnard, 17/1/1944

Η σύζυγός του Μάρθα
αρωματίζεται μετά το μπάνιο της

Pierre Bonnard γεννημένος στο Παρίσι το 1876, βασικό στέλεχος της αβάν γκαρντ, βραβευμένος και επιτυχημένος ακόμη και στη διαφήμιση.
Στο έργο του αποτυπώνονται ιμπρεσιονιστικά στοιχεία, όπως το ενδιαφέρον του για την επίδραση τού φωτός.
Μαζί με το φίλο του Edouard Vuillard ήταν μέλη της ομάδας Nabis (στα εβραϊκά " προφήτες"), ένα ξεκίνημα μιας νέας ζωγραφικής, αντιρεαλιστικής με τάση για σχηματοποήση και καθαρά συμβολικά στοχεία. Εμπνέονταν από έργα ζωγραφικής των Paul Gauguin και Claude Monet και παρουσίασαν έργα με τεχνικές που παίζουν με τα χρώματα και τα περιγράμματα όπου το ένα διαλύεται μέσα στο άλλο.
Γνωριζόταν με τον Picasso, ο οποίος με το άκουσμα τού ονόματος Bonnard εκνευριζόταν: «Μη μου μιλάτε για τον Bonnard. Αυτό που κάνει δεν είναι ζωγραφική, είναι ένα ποτ πουρί αναποφασιστικότητας... Δεν ξέρει πώς να διαλέξει. Βλέπει τον ουρανό και τον φτιάχνει γαλάζιο, λίγο πολύ όπως είναι. Μετά βλέπει και λίγο μοβ. Και βάζει μία - δύο πινελιές μοβ. Μα να είναι λιγάκι ροζ παραπέρα. Και σκέφτεται: "Γιατί να μη βάλω και μια ιδέα ροζ...". Μα αυτό είναι ένα ποτ πουρί αναποφασιστικότητας». Και πραγματικά ο Bonnard δεν άφηνε τους πίνακές του ήσυχους. Τους «σκάλιζε» δύο και τρία χρόνια αφού τους είχε τελειώσει. Μάλιστα μια φορά έπεισε τον φίλο του τον Βιγιάρ να αποσπάσει την προσοχή του φύλακα σε κάποιο μουσείο που είχε έναν πίνακά του για να τον «ρετουσάρει λιγάκι», επειδή δεν τον είχε δει επί πολλά χρόνια.
Εκπροσώπησε τη χαρακτηριστική γαλλική joie de vivre κι ο κόσμος του, γεμάτος ωραίες γυναίκες και διασκέδαση, αποτελούσε τον καθρέφτη της καθημερινότητας της Γαλλικής Μπουρζουαζίας.
Η στροφή στη ζωή και το έργο του ήταν η Μάρθα-γυναίκα μυστήριο- και η εγκατάστασή τους στο Λε Κανέ, πάνω από τις Κάννες. Λιγο προτού εγκαταλείψουν το Παρίσι την παντρεύτηκε και μόνο τότε έμαθε το πραγματικό της όνομά και την ηλικία της. Στις 27 Ιανουαρίου 1926, σε ηλικία 60 ετών, εγκαταστάθηκαν στη βίλα Ντυ Μποσκέ, σ' ένα διώροφο σπιτάκι με πορτοκαλιές στον κήπο του. Το καλύτερο μέρος του έργου του έμελλε να ακολουθήσει.
Ο Bonnard, αναρχικός στα νιάτα του, με την τέχνη τού χαμαιλέοντα μεταμορφώθηκε σε έναν ακόμη απρόσωπο ηλικιωμένο, με τα στρογγυλά γυαλάκια του, ένα μουστακάκι α λα Τσάρλι Τσάπλιν, χάθηκε ανάμεσα στους υπόλοιπους μικροαστούς. Τη μεταμφίεσή του είχε καταγράψει ο διάσημος φωτογράφος Henri Cartier Bresson το 1944.
H Μάρθα επέμενε στην πολυτέλεια ενός μπάνιου με όλες τις τότε ανέσεις. Εγκατέστησε στο φωτεινό δωμάτιο μια μπανιέρα λευκή με ποδαράκια και έναν μπιντέ, χωρίς ίσως να υποπτεύεται ότι εκεί μέσα θα τη ζωγράφιζε δεκάδες φορές, στην αρχή σαν μια αισθησιακή καλλονή με περήφανο νεανικό κορμί και πολύ αργότερα, όταν ήταν πια 70άρα, με ένα ακαθόριστο σώμα μέσα σε σκοτεινή μπανιέρα που έμοιαζε με φέρετρο...
Ένιωθε μια βαθιά μελαγχολία, απόμακρος από τη φύση, που έσφυζε από ζωντάνια και χρώματα, τα οποία όμως με αγάπη και απόλυτα πιστά τα έβαζε στο καναβάτσο, αλλά πάντα μακριά από αυτόν: μεσολαβούσε κάποια μπαλκονόπορτα, ένα παράθυρο ή τα κάγκελα της βεράντας ανάμεσα σε αυτόν και στον «επίγειο παράδεισο» που τόσο είχε πασχίσει να βρει και στη συνέχεια να φέρει στα μέτρα του. Ο παλμός της μελαγχολικής περιόδου είναι ίσως το «πετράδι στο στέμμα» του έργου του. Μέσα από το ατελιέ του ή την τραπεζαρία του μας δίνει τις εποχές του χρόνου, τις ώρες της ημέρας. Ενα - δύο έργα του φτιαγμένα στο μπάνιο δίνουν την αίσθηση της λαμπρής λιακάδας και της ανυπόφορης ζέστης στο καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Αλλά ακόμη πιο λαμπρά είναι τα διάφορα πορτρέτα και τα γυμνά της Μάρθας.
Το κύριο εργαλείο με το οποίο επιχειρεί να μεταδώσει το πέρασμα του χρόνου από πάνω του καθώς και το πώς νιώθει είναι μια σειρά από αυτοπροσωπογραφίες του μπροστά από κάποιον καθρέφτη, της κρεβατοκάμαρας ή του μπάνιου, για να είναι σίγουρος ­ έχει και στη βάση τα διάφορα μπουκαλάκια με κολόνια κλπ. Καθώς περνάνε τα χρόνια το πρόσωπό του γίνεται σκούρο, κοκκινωπό ή, σε μια περίπτωση, άσπρο. Το κρανίο του δείχνει γυμνό και στο τελευταίο πορτρέτο του, ένα μόλις χρόνο προτού πεθάνει, δεν έχει ούτε μάτια ούτε αφτιά.

Το 1942 πεθαίνει η Μάρθα. Παρά τον πόνο και την κλονισμένη του υγεία, εξακολουθεί να ζωγραφίζει με πάθος. Στις 23 Ιανουαρίου του 1947 πεθαίνει κι ο ίδιος, σ' ηλικία 80 ετών.
Ο Bonnard εκτός από ζωγράφος υπήρξε κι εξαίρετος λιθογράφος. Χρησιμοποίησε με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία τα χρώματα στα χαρακτικά του.Στην τελευταία του δουλειά ανήκει και η εικονογράφηση παλιών επιστολών του, που δημοσιεύτηκαν το 1944 με το τίτλο: "Correspondances. formes et coulers"


"Κανένας καλλιτέχνης περισσότερο από τον
Pierre Bonnard δεν μπορεί να δώσει το μέτρο της τεράστιας επίδρασης που είχε η γαλλική τέχνη των πρώτων δεκαετιών του 1900 η φιλοσοφική σκέψη του Henri Bergson, με στόχο της να εξηγήσει τις διεργασίες της εσωτερικής ζωής, τη βαθύτερη έννοια του χρόνου, της μνήμης, της φαντασίας, της ύλης: κι αυτό εξηγεί γιατί αξίζει στον Pierre Bonnard μια θέση στην ιστορία της ζωγραφικής, παρόμοια πολύ μ εκείνην που έχει ο Marcel Proust στην ιστορία της λογοτεχνίας"
Giulio Carlo Argan
Η Μοντέρνα Τέχνη
μτφ. Λίνα Παπαδημήτρη
Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1998, σελ. 164



Τo Μουσείο Cantini της Μασσαλίας φιλοξενεί την έκθεση Dessins de Pierre Bonnard έως 2 Σεπτεμβρίου.